n o w h e r e

no/where or now/here?

πείνα 02:47

Κάπως έτσι μένουν οι άνθρωποι κοντά μας
φεύγοντας
αφήνουν ανεξίτηλο το σχήμα τους
στην πιο καλή τους εκδοχή
και τους μιλάμε πάντα σαν να είναι εδώ παρόντες

Έτσι μένει κι ένα βαθούλωμα στο μαξιλάρι
ίδιο με χάδι κεφαλιού αγαπημένου
και κάτι χαραγμένες ζάρες στο ριχτάρι
εκεί που άλλοτε άνθιζε μια μοιρασιά
Έτσι μένει και το παράπονο μισό
για τις στιγμές που ζήσαμε
αλλά δεν έφτασαν να κρατηθούμε χορτασμένοι.

 

 

 

 

.

Advertisements

Άνθρωποι/Σπίτια

Είναι κάτι άνθρωποι σαν σπίτια χτισμένα σε γκρεμό, σε προσκαλούν στο χώρο που έχουν φτιάξει με τα χέρια τους για λίγους, κατεβαίνουν να σε πάρουν μόλις φτάσεις, μοιράζονται μαζί σου την υπέροχη ακριβοθώρητη θέα & ύστερα μια μέρα, όταν νιώθουν πως βαριούνται πρέπει απλά να φύγεις, χωρίς να ξέρεις πώς ή προς τα πού.

Είναι άλλοι ημι-υπόγειες γκαρσονιέρες που ίσα βλέπουνε το δρόμο. Μπορεί να έχουν εσωτερικές αυλές, μα η άμεση πρόσβαση σ’ αυτές θα ρίχνει πάντα με κάποιο τρόπο την αξία τους.

Υπάρχουν φυσικά και ρετιρέ ακριβώς πάνω απ’ την βοή της πόλης, λοφτ γεμάτα άνεση και φως, ηρεμία και μια θέα τα βράδια απ’ την ταράτσα που σε κάνει να μη θέλεις να βρίσκεσαι αλλού. Έχουν ασανσέρ που βγάζουν κατευθείαν στο σαλόνι μα δεν μπορεί ο καθένας να ανέβει, έχουν κωδικό. Φεύγοντας πάντως επιστρέφεις αμέσως στον πολιτισμό, μα η εμπειρία της πόλης από ψηλά ακολουθεί την αίσθηση σου.

Είναι και κάτι σπίτια στα προάστια, εκκωφαντικά στην διακόσμηση τους μέσα κι έξω, φωνάζουν πως υπάρχουν για να τα προσέξεις, μα αν βρεθείς μέσα είναι ίδια με τόσα άλλα σπίτια εδώ κι εκεί. Ισορροπούν τις αδυναμίες που νομίζουν ότι έχουν με βαριά έπιπλα και έντονα περίτεχνα σχέδια, μήπως σε κάνουν και μείνεις λίγο παραπάνω κι ας είναι τελικά γι’ αυτόν τον λόγο κυρίως κουραστικά.

Τέλος υπάρχουν άνθρωποι μοναστήρια που δεν θα επισκεφτώ ποτέ. Κι υπάρχουν κι άνθρωποι φάροι που κι αν τους βλέπεις μόνο από μακριά, το φως τους πάντα θα σου δείχνει τον δρόμο σου.

 

 

 

 

.

 

 

..

Καταγωγή

Οι πόλεις υπάρχουν όταν τις περπατάς
Τα λεωφορεία είναι κινούμενες μηχανές προβολής
Τα αυτοκίνητα φορεία διαστελλόντων ονείρων
Οι χάρτες σεμεδάκια του σύμπαντος
Μα οι πόλεις σχηματίζονται όταν τις περπατάς

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι ακόμα μπουσουλάμε
Ή κουτσαίνουμε πάνω σε πατερίτσες
Και δεν χορεύουμε
Το πρόβλημα είναι ότι δεν χορεύουμε
Κι οι πόλεις μεταμορφώνονται όταν χορεύουμε
Γεμίζουν αστρόσκονη
που κολλάει στα χέρια και στα μάγουλα
κι έτσι μάθουμε κι εμείς από πού είναι η καταγωγή μας

 

 

.

 

 

 

 

 

 

Κύκλος

Το βαθύ κόκκινο γίνεται μαύρο και πάλι κόκκινο
καθώς πέφτουν έμβρυα απ’τα μάτια
σαν βροχή σε λιβάδι
που βλαστίζει

Δεν έμαθα ποτέ πώς ανοίγουν οι ομπρέλες
όταν τα χέρια έχουν κοπεί
από φόβο

Ούτε έχω μάθει ακόμα πώς φεύγουνε
όταν δεν έχουν μείνει πια βήματα
στο νούμερο σου για να φορέσεις

Ποτίζω ολόκληρο λιβάδι μόνη μου
με δάκρυα που βγαίνουν από τις πληγές μου
κι έτσι ανθίζουν τα άνθη
που εσύ κόβεις
για να τα δώσεις
σε λειασμένα πρόσωπα
με φρεσκοφορεμένα γάντια

Μην κλαίγεσαι λοιπόν που τα αγκάθια τους
διψούν πάλι για αίμα
αφού αίμα τα γέννησε

 

 

 

 

 

.

 

 

 

[δικά μας]

Δικά μας είναι μόνο όσα δώσαμε
αυτά φτιάχνουν το πρόσωπο
τα χέρια
τις καρδιές μας
εκείνο το να στέκεσαι στο ένα γόνατο όταν το άλλο το έχεις λίγο λυγισμένο
κι ό,τι βαφτίζουμε ατέλειες στο όχημα αυτό που κουβαλάμε
Γίναμε αυτό που δώσανε δύο άνθρωποι για να δημιουργηθούμε
κι εμείς με την σειρά μας
δίνουμε αγάπη και γεμίζει το χέρι μας
κάνουμε αγκαλιές και αναγαλλιάζει η καρδιά μας
φιλιόμαστε και σχηματίζεται ένα πρόσωπο
κάθε φορά καινούργιο
τα κύτταρα μας κάθε στιγμή ανανεώνονται
κάθε στιγμή που δινόμαστε μια στάλα

Δεν έχεις προσέξει πόσο άδειοι μοιάζουν οι άνθρωποι
που παίρνουνε μονάχα;

 

 

 

 

.

 

 

 

Τα καλοκαίρια βάφαμε το σπίτι

Τα καλοκαίρια βάφαμε το σπίτι
απλώναμε εφημερίδες στο πάτωμα
να στάζουν οι μπογιές απάνω σε μπαγιάτικα νέα
σκεπάζαμε όσα θέλαμε να γλυτώσουν απ’ το παρελθόν
και τα υπόλοιπα τα περνούσαμε δυο χέρια μέλλον
Έτσι τακτοποιούσαμε εμείς τη ζωή μας

Με μπατανόβουρτσα, παχιά πινέλα και χρώματα

Ανέβαινε ψηλά στην σκάλα ο πατέρας
να φτάσει μέχρι και τις πιο δυσπρόσιτες γωνιές
να μη μείνει τίποτα ανέγγιχτο σε τούτο το σπίτι
να φρεσκαριστεί μου έλεγαν
σαν ξόρκισμα το έβλεπα εγώ
Έτσι κάναμε ευχέλαιο εμείς τη ζωή μας

Με πειθαρχεία, επιμονή και νοιάξιμο

Τα καλοκαίρια πέρασαν
ο πατέρας έφυγε
η μπογιά ξεθώριασε
Έτσι αποχαιρετούμε εμείς τη ζωή μας

Με υγρασία, λυγμούς και μοναξιά

 

 

 

 

.

τα σαββατόβραδα

Τα σαββατόβραδα είναι σερπαντίνες πεταμένες άτακτα στην άκρη του δρόμου
από γιορτές που πέρασαν
και πια κανείς δεν θα θυμάται
Έμεινε ένα μούδιασμα στα δάχτυλα
μια ανατριχίλα στην συντήρηση
και κάτι κορίτσια βγαλμένα απ’ τις βιτρίνες
να κυκλοφορούν χωρίς να τ’ αναγνωρίζει η πόλη

Τα σαββατόβραδα τα φώτα κρατούν την ανάσα τους
για το ποιος θα είναι ο επόμενος που θα ουρλιάξει Σ’ΑΓΑΠΑΩ
και άρα που θα είναι ο ικανός για τα πάντα
ο υπερήρωας για δυο δευτερόλεπτα
όσο χρειάζεται εξάλλου
για να ζήσεις μια ζωή ολόκληρη

Τα σαββατόβραδα είναι τσιγάρα που καπνίζουν τους πόθους μας
πάνω σε τραπέζια σκονισμένα
δίπλα από τουαλέτες βρώμικες
σε δρόμους που δεν ισιώνουν πια το μεθύσι μας
σε χάρτες λεκιασμένους
που έγιναν τελικά χωρίς να το καταλάβουμε η ζωή μας

 

 

 

.

΄…