n o w h e r e

no/where or now/here?

Οι ώρες

Απ’το παράθυρο κοιτούσε τις ώρες απ’έξω να περνούν
κάποιες αυστηρές, απόμακρες
λιγομίλητες από καημό ή από ήλιο
κάποιες γελαστές, ευδιάθετες
με μια χαρά που δεν προλάβαινε να δει πόσο κρατάει
Όποια στιγμή και να κοιτούσε
οι ώρες περνούσαν
περνούσαν
δεν κοίταζαν.

[…

….]

Η μοναξιά είναι ένα δάσος από ώρες αφάγωτες
που δεν τις ζήτησε κανείς
να τις χαϊδέψει.

 

 

 

.

 

Advertisements

κρυψώνες

Οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια
στέλνουν μονάχα τις σκιές τους ραντεβού
μιλάνε γλώσσες που έχουν από καιρό καταργηθεί
κι αντί για χειραψίες
βάζουν ο ένας του άλλου τη γλώσσα στη πληγή

και λεν υπάρχεις;

Η απάντηση είναι πάντα αρνητική
Αυτή είναι κι η απόδειξη πως τελικά υπάρχουν
Αρνούνται κάθε τι
πως πόνεσαν
πως πλήγωσαν
πως έφαγαν τις σάρκες που τους δόθηκαν για χάδια
πως ξέρασαν τις λέξεις που δεν ξέραν τι σημαίνουν
και πως μεγάλωσαν μονάχα για να κρύβουν
μεσ’ στο κορμί
την θλίψη τους κάθε φορά σ’άλλη κρυψώνα

Κυρίως λένε όχι στην ερώτηση πώς νιώθεις
                                                                            -όχι, όχι εγώ δε νιώθω τίποτα
και συνεχίζουνε στην διαδρομή της άρνησης
φοβούμενοι μη πέσουν πάνω σε γνωστό
κάποιον που μοιραστήκαν το φιλί τους
και άρα οι γλώσσες τους για λίγο αγκαλιάστηκαν
φωτιές γινήκαν που διψούσαν από πόθο
γιατί ο πόθος
είναι σημάδι ανεξίτηλο
και μαρτυρά μεσ’ στη σιωπή

την ύπαρξη μας

Όχι, όχι οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια
μονάχα μακιγιάρουν το χαμόγελο
και βγάζουνε φωτογραφίες τον εαυτό τους
χωρίς ποτέ να δείχνουνε τα χέρια
ιδέες μη σου μπαίνουν στο κεφάλι
ότι μπορεί και να αγκαλιαστούν μια μέρα

 

*ακούγεται εδώ

 

 

 

τάμα

ορφανή από ουρανό κι από σιγουριές
θα βουτήξω στο άπειρο
δεν μου δόθηκαν ποτέ άλλα μάτια να κοιτάξω τον κόσμο
αυτά που έχω τα έκανα μεγεθυντικούς φακούς
τα έκανα τούνελ να περιμένουν το φως
τα έκανα κουμπιά να κουμπώσουν σε εικόνες
τα έκανα θυμιατό να μην ξεχάσω τα μέρη που ευλόγησα
τα μάτωσα
έγιναν στάχτη

ο θαυμασμός είναι ένα τραγούδι που γράφεται στην απουσία
γι’αυτό έφυγα να ξέρεις
αυτό να πεις στα παιδιά που δεν αξιώθηκα να μεγαλώσω
αυτό να πεις στους γονείς που δεν πρόλαβαν να με γεννήσουν
αυτό και στον έναν Θεό που του έκλεισα τα μάτια
για να μην χρειαστεί να τον πιστέψω

 

 

.

 

 

[spasm]

Ένιωθε πως μετέφερε μέσα της όλο το τέλος του κόσμου
Μια διακοπή την ακολουθούσε σαν πιστό σκυλί όπου κι αν πήγαινε
Σ’ ένα αδειανό κλουβί
είχαν χωρέσει όλες οι θάλασσες
αυτές που δεν θα κολυμπούσε ποτέ
αυτές που την έπνιγαν ήδη

Με ένα σβησμένο κερί θα έβαζε φωτιά στον ορίζοντα
από τις στάχτες θα σχηματιζόταν μια πόρτα
Είναι αυτά που έχασες όσα σε έχτισαν
Αδειανό κλουβί
Θάλασσες
Ήδη

Θα συνέχιζε με τα λευκά κομμάτια να φτιάχνει το παζλ
Θα της έπαιρνε χρόνο
Κάποιες απώλειες ακόμα και πολλή προσοχή με τα ματωμένα δάχτυλα
Άμα την δεις πουθενά θα ‘ναι απλώς ένα σκουπιδάκι στο μάτι σου
λίγη άμμος κολλημένη στο πόδι σου
ένας λόξυγκας την πιο ακατάλληλη στιγμή
το φερμουάρ που δεν κλείνει
μια διακοπή
απ’αυτές που δεν θα μάθεις ποτέ τη συνέχεια

 

 

 

 

 

.

 

 

 

 

Μετά

Ξεπλύθηκαν τα χρώματα στους τοίχους
και σταξαν οι μπογιές πάνω σαν αίματα
ασπρόμαυρα τοπία διψασμένα οι άνθρωποι
για λίγο κόκκινο

Δεν έχω άλλη μιλιά απ’τα φιλιά μου να σου δώσω
ίσως και λίγο δέρμα να δαγκώνεις
όταν θα χάνεις την ανάσα σου
εμπρός μου

Όλα τ’άλλα
Ποτάμια άσβεστης ηδονής
Βουνά παραγεμισμένου πόνου
Λιβάδια με συλλογές από αγκάθια
Βυθούς από ανεξερεύνητες αισθήσεις
Θάλασσες μέθης
Σύννεφα από λυγμούς
θα χρειαστεί
να τα εφεύρουμε
μονάχοι μας
όπως τις νύχτες και τις μέρες
του Μαζί μας

 

 

 

.

 

 

 

Χρησμός

Να με θυμάστε σε χρόνο μέλλοντα
με τα χέρια μπλεγμένα στα μαλλιά
ξυπόλητη πάνω σε βότσαλα

Θα είμαι οι μάγισσες που ‘καιγαν το Μεσαίωνα
γιατί κανένας δε μίλησε

Ο κόσμος φτιάχνεται ξανά και ξανά
μήπως και κάτι αλλάξει
και μόνο λίγες στιγμές, ελάχιστες,
αυθεντικές στιγμές – αιώνες
συναντιούνται οι άνθρωποι
Την ώρα που κάποιος λέει Έλα
και τείνει το χέρι του
ξέροντας από πριν πως είναι όλα χαμένα
Την ώρα που σφαδάζει η μάνα
να βγει από μέσα της ο νέος άνθρωπος
– μήπως κι αυτή τη φορά κάτι αλλάξει
την ώρα εκείνη που δυο άνθρωποι βυθίζονται
ο ένας μέσα στη σάρκα του άλλου
κι οι λέξεις τους ασθμαίνουν
κι οι σιωπές τους τρομάζουν
κι οι καρδιές τους φοβούνται
μη σπάσουν
αυθεντικές στιγμές – αιώνες
σαν θάλασσες

κι όποιος τολμάει ας βουτήξει με τα μάτια ανοιχτά.

 

.

 

 

 

 

Απρίλιος

Βρήκα μια μέρα του Μάρτη ανάμεσα στα φύλλα στο μπαλκόνι
μάλλον την έφερε ο άνεμος ως εδώ
γαύγισε ο σκύλος απέναντι
του απάντησαν τα ρούχα τ’ απλωμένα
μέσα μου ακόμα σιωπή

Σαν λάδι το παρόν ήσυχη θάλασσα
κι εγώ ανάμεσα στο λάμδα που κοιτάζει αριστερά
και στο δέλτα που έχει στρέψει το βλέμμα απ’ την άλλη
Αφουγκράζομαι κύματα
που δεν λεν να γεννηθούν ακόμα

.