n o w h e r e

no/where or now/here?

Σκεπάσματα

Ήρθε η νύχτα για σκέπασμα
η νύχτα που όλα τα φωτίζει
και γέμισαν τα μάτια δάκρυα
με γεύση από σπασμένα φτερά
και προδομένη αθωότητα.
Έκαιγε ο οισοφάγος απ’ τις φωτιές
φωτιές που είχαν ανάψει σε μιαν άλλη νύχτα
Απούσα
Σκοτεινή
Άνυδρη
και που τώρα έσκαγαν μέσα στο στομάχι σαν βόμβες
Σαν θηλιές
Σαν μοναξιά
Σαν τέλος

Ήρθε η νύχτα για σκέπασμα
θα αποκοιμιόταν αβέβαιη
για το τι θα υπάρχει το άλλο πρωί
κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

Advertisements

Η ζωή μας χτίζεται

Η ζωή μας χτίζεται πάνω σε ερειπωμένα χωριά
από αλλοτινά γέλια
με φίλους
σε τραπέζια
με κρασί
που τελείωσε
πριν να μας πνίξει

Η ζωή μας χτίζεται πάνω σε εγκαταλειμμένα φιλιά
από στόματα ξένα
ανθρώπων
που σε κρεβάτια
φέρανε τις μοναξιές τους
και χύσαν τους φόβους τους
πάνω μας

Η ζωή μας χτίζεται πάνω σε τρομαγμένα παιδιά
από τις εκδοχές
που υπήρξαμε
αυτές που δεν έφτασαν
να μεγαλώσουν ποτέ
αλλά κρυφοκοιτάν νωχελικά
ακόμα και τώρα
τον χρόνο
που έμεινε.

Η ζωή μας χτίζεται.
Για λίγο ακόμα.

.

.

.

Μνημόσυνο

Τελικά διωγμοί είναι οι χωρισμοί
γενοκτονίες των μέσα μας ελπίδων
σφαγές
που φτάνουν ν’ αφανίσουν κάθε έθνος
που μέσα μας κατοίκησε τις ώρες της αγάπης.

.

Ξένες γλώσσες

Παντρεύτηκα μια ξένη γλώσσα.
Κι όταν νόμιζα πως την είχα μάθει καλά,
με πρόδωσε.

 
Ο κάθε άνθρωπος είναι μια ξένη γλώσσα.
Ξεκινάς να του μιλάς με ενθουσιασμό
συλλαβίζεις τα μάτια του,
αποστηθίζεις τον πόθο του
μπερδεύεις την γλώσσα σου στα δάχτυλα του
κι ύστερα, αν εκείνος μείνει αρκετά
ή αν εσύ δεν κουραστείς απ’ τη μελέτη
ίσως να περάσεις την εξέταση
να φτάσεις στο πτυχίο,
ίσως να γίνεις γνώστης
και του πιο δύσκολου συντακτικού του.

Όμως οι χρόνοι του μπορεί να μην κλίνονται υπέρ σου
κι εκεί που εσύ αγαπάς τον μέλλοντα του
να σου απαντάει εκείνος μονάχα στον αόριστο.

 
Οι άνθρωποι είμαστε ξένες γλώσσες
που προσπαθούμε να βρούμε ποιες λέξεις έχουμε κοινές.
Περνάει η ζωή, ξεχνάς το λεξιλόγιο σου αγαπώντας ένα ξένο
κι ύστερα όταν φεύγει πια, μένεις φτωχός, χωρίς λέξεις, σιωπηλός
χωρίς καμιά διάθεση να μάθεις από την αρχή μια ξένη γλώσσα.

 

 

 

 

 

 

Χάνουμε τη ζωή μας

 

Χάνουμε τη ζωή μας
σε υπονόμους σκέψεων
κούτες άστεγων επιθυμιών
σωλήνες για να γλιστρούν τα όνειρα
Και μένουν μόνο λίγα σκουριασμένα λόγια
που είπαμε στον εαυτό μας για να τον κοροϊδέψουμε
όταν δεν είχε να χορτάσει με έρωτα
ή με μια φωνή που θα τον έβαζε για ύπνο.

Χάνουμε την ζωή μας και ξοδεύουμε τη φλόγα
σε κακοραμμένα κουμπιά και χαλασμένα φερμουάρ
από ρούχα που δεν είναι καν δικά μας
σε βαλίτσες που εμμονικά γεμίζουμε
με πέτρες
Γιατί κάπως πρέπει να ισορροπήσουμε το βάρος της ύπαρξης
το βάθος της λήθης.

Χάνουμε την ζωή μας και ξεχνάμε
γιατί άλλος τρόπος να επιβιώσεις δεν υπάρχει
από το να διαγράφεις ένα ένα τα όνειρα
που τόλμησες να κάνεις σαν παιδί
τότε που ακόμα δεν γνώριζες
πως χάνουμε την ζωή μας
κι ας υπάρχουμε

 

 

 

 

 

 

 

Σουλτάνα

Κανονικά έπρεπε να με είχαν βαφτίσει Σουλτάνα. Η γιαγιά μου η Σουλτάνα γεννήθηκε το 1913 σε ένα χωριό, κάπου ανάμεσα στο Καραμάν και στο Ικόνιο της Τουρκίας. Η οικογένεια της έφυγε από την Τουρκία, λίγο πριν από την καταστροφή της Σμύρνης, εκείνη ήταν γύρω στα 8.
Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, αλλά ο πατέρας της, που δεν ήταν καθόλου συνηθισμένος να βλέπει θάλασσα τους πήρε και έφτιαξαν το σπίτι τους σε ένα χωριό του Κιλκίς, στα σύνορα με την τότε Γιουγκοσλαβία. Της γιαγιάς μου, της έφτιαξαν μια ταυτότητα που έγραφε πως την έλεγαν Βασιλική, το Σουλτάνα ακουγόταν υπερβολικά τούρκικο και δεν μπορούσε να το κρατήσει αν ήθελε να θεωρείτε Ελληνίδα, όμως εκείνη δεν απάντησε ποτέ σε άλλο όνομα εκτός από τούτο.
Χρόνια μετά, την πάντρεψαν με συνοικέσιο με τον Γιάννη, που είχε φτάσει στην περιοχή από την Τραπεζούντα του Πόντου, ήταν πλούσιος, πολύ μεγαλύτερος της και είχε ήδη δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Έκαναν μαζί άλλα πέντε παιδιά, αλλά στον εμφύλιο τον παππού τον πήρανε κι η γιαγιά η Σουλτάνα βρέθηκε μόνη να πρέπει να δουλέψει, να μεγαλώσει τα παιδιά και να τα βγάλει πέρα μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
Όταν πέρασε ο πόλεμος, ξεκίνησε να δουλεύει σε αργαλειούς για περσικά χαλιά και αργότερα, πήρε τα παιδιά της και ήρθε στην Αθήνα για να βρει μια καλύτερη ζωή. Συνέχισε να δουλεύει στα χαλιά, κι έβαλε την μια της κόρη, την έφηβη ακόμα Σοφία, την μητέρα μου, να δουλεύει σε κλωστήρια από πολύ νωρίς.
Θυμάμαι πάντα την γιαγιά τη Σουλτάνα στα μαύρα, να πλέκει τα λευκά προικιά για τα εγγόνια της. Εγώ τότε δεν έδινα καμία σημασία σε όλα αυτά και αδιαφορούσα, όπως κι αργότερα, όταν έβλεπα έκπληκτη με τι ευλάβεια τα φύλαγε η μητέρα μου, μετά το θάνατο της γιαγιάς, στα συρτάρια της για να μας τα παραδώσει όταν θα ερχόταν η ώρα.
Χρειάστηκε να μεταναστεύσω ως την άλλη άκρη της Ευρώπης, να παντρευτώ σε μια ξένη χώρα, για να αρχίσω να ψάχνω τις ρίζες μου και να βρω τι ήταν αυτό που με ένωνε με όλα αυτά. Γυρνώντας πίσω στο πατρικό μου σπίτι, χωρισμένη, βρήκα τα προικιά ακόμα φυλαγμένα με ευλάβεια και ένιωσα πως είχε έρθει η στιγμή να τα «χρησιμοποιήσω», κάνοντας έτσι την δική μου σύνδεση μου με το παρελθόν.

Σκέφτηκα τις ατέλειωτες ώρες κάθε βράδυ που η γιαγιά έπλεκε καθισμένη μόνη τα σεμεδάκια, κουρασμένη μετά τους αργαλειούς, για να συντροφεύουν στιγμές δικές μου και των άλλων εγγονιών της, που η ίδια πιθανόν δεν θα προλάβαινε ποτέ να δει, πως το βελονάκι μπορεί να ήταν η μόνη της εκτόνωση για χρόνια από την πίεση που ένιωθε μια γυναίκα μόνη που είχε να αντιμετωπίσει τόσες δυσκολίες, πως με κάθε βελονιά έβαζε και πάλι τα πράγματα στην θέση τους, και πως αυτές οι κλωστές είχαν εμποτιστεί με την ελπίδα της για ένα καλύτερο για εμάς αύριο. Σκέφτηκα τις ώρες που πέρασαν κλεισμένα στα σιωπηλά συρτάρια της μητέρας μου, για να μην τα φθείρει ο χρόνος, να περισώσουν κάτι από εκείνη την ιεροτελεστία της γιαγιάς και πως εκείνη πρόσθεσε και τα δικά της προικιά, κεντήματα κυρίως. Και πως μαζί με αυτά είχε φυλάξει το νοιάξιμο της, που η αυστηρή της ανατροφή δεν της επέτρεπε να το δείχνει συχνά παρά μόνο με τις ανατολίτικες γεύσεις της και τα μανταρίσματα στα ρούχα μας.

afigisi-tziveleki

Διάλεξα εφτά μικρά σεμεδάκια –εφτά όπως κι ο ιερός αριθμός των αρχαίων- και τα διαπέρασα με κόκκινη κλωστή -την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού αλλά κι αυτή που σε άλλες κουλτούρες δηλώνει τους ισχυρούς δεσμούς των ανθρώπων- και σχημάτισα στα ισπανικά –την καινούργια μου γλώσσα- την λέξη Μοναξιά [Soledad]. Θέλησα έτσι να ενώσω τρεις γενιές γυναικών που η κάθε μία έφυγε από τον τόπο της για να βρει ένα καλύτερο αύριο και που ίσως για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία να ένιωθε μοναξιά σε έναν κόσμο που δεν ξέρει τι να κάνει το παλιό κι ας είναι η μοναδική προίκα που έχει.

_____Προσωπική αφήγηση για το μάθημα «Πολιτισμός, Αφήγηση & Μνήμη» της κ. Αναστασιάδου, Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών______
[δημοσιευμένο και εδώ]

 

 

 

 

 

 

Δέμα

Ξυπνάω μέσα στη νύχτα κι οι φλέβες μου στάζουν φωτιά
θα την κρυσταλλώσω και θα σου την στείλω για δώρο
σε ένα δέμα μαζί με λίγο χρόνο που μου περίσσεψε
ενώ τον είχα φυλάξει για σένα.

Παραλήπτης άγνωστος θα γράφει
αφού δεν ξέρω πια ποίος είσαι.