n o w h e r e

no/where or now/here?

Καταγωγή

Οι πόλεις υπάρχουν όταν τις περπατάς
Τα λεωφορεία είναι κινούμενες μηχανές προβολής
Τα αυτοκίνητα φορεία διαστελλόντων ονείρων
Οι χάρτες σεμεδάκια του σύμπαντος
Μα οι πόλεις σχηματίζονται όταν τις περπατάς

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι ακόμα μπουσουλάμε
Ή κουτσαίνουμε πάνω σε πατερίτσες
Και δεν χορεύουμε
Το πρόβλημα είναι ότι δεν χορεύουμε
Κι οι πόλεις μεταμορφώνονται όταν χορεύουμε
Γεμίζουν αστρόσκονη
που κολλάει στα χέρια και στα μάγουλα
κι έτσι μάθουμε κι εμείς από πού είναι η καταγωγή μας

 

 

.

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Βαθύ κόκκινο/σχεδόν μαύρο

Το βαθύ κόκκινο γίνεται μαύρο
καθώς πέφτουν έμβρυα απ’τα μάτια
σαν βροχή σε λιβάδι
που βλαστίζει

Δεν έμαθα ποτέ πώς ανοίγουν οι ομπρέλες
όταν τα χέρια έχουν κοπεί
από φόβο

Ούτε έχω μάθει ακόμα πώς φεύγουνε
όταν δεν έχουν μείνει πια βήματα
στο νούμερο σου για να φορέσεις

Ποτίζω ολόκληρο λιβάδι μόνη μου
με δάκρυα που βγαίνουν από τις πληγές μου
κι έτσι ανθίζουν τα άνθη
που εσύ κόβεις
για να τα δώσεις
σε λειασμένα πρόσωπα
με φρεσκοφορεμένα γάντια

Μην κλαίγεσαι λοιπόν που τα αγκάθια τους
διψούν πάλι για αίμα
αφού αίμα τα γέννησε

 

 

 

 

 

.

 

 

 

[δικά μας]

Δικά μας είναι μόνο όσα δώσαμε
αυτά φτιάχνουν το πρόσωπο
τα χέρια
τις καρδιές μας
εκείνο το να στέκεσαι στο ένα γόνατο όταν το άλλο το έχεις λίγο λυγισμένο
κι ό,τι βαφτίζουμε ατέλειες στο όχημα αυτό που κουβαλάμε
Γίναμε αυτό που δώσανε δύο άνθρωποι για να δημιουργηθούμε
κι εμείς με την σειρά μας
δίνουμε αγάπη και γεμίζει το χέρι μας
κάνουμε αγκαλιές και αναγαλλιάζει η καρδιά μας
φιλιόμαστε και σχηματίζεται ένα πρόσωπο
κάθε φορά καινούργιο
τα κύτταρα μας κάθε στιγμή ανανεώνονται
κάθε στιγμή που δινόμαστε μια στάλα

Δεν έχεις προσέξει πόσο άδειοι μοιάζουν οι άνθρωποι
που παίρνουνε μονάχα;

 

 

 

 

.

 

 

 

Τα καλοκαίρια βάφαμε το σπίτι

Τα καλοκαίρια βάφαμε το σπίτι
απλώναμε εφημερίδες στο πάτωμα
να στάζουν οι μπογιές απάνω σε μπαγιάτικα νέα
σκεπάζαμε όσα θέλαμε να γλυτώσουν απ’ το παρελθόν
και τα υπόλοιπα τα περνούσαμε δυο χέρια μέλλον
Έτσι τακτοποιούσαμε εμείς τη ζωή μας

Με μπατανόβουρτσα, παχιά πινέλα και χρώματα

Ανέβαινε ψηλά στην σκάλα ο πατέρας
να φτάσει μέχρι και τις πιο δυσπρόσιτες γωνιές
να μη μείνει τίποτα ανέγγιχτο σε τούτο το σπίτι
να φρεσκαριστεί μου έλεγαν
σαν ξόρκισμα το έβλεπα εγώ
Έτσι κάναμε ευχέλαιο εμείς τη ζωή μας

Με πειθαρχεία, επιμονή και νοιάξιμο

Τα καλοκαίρια πέρασαν
ο πατέρας έφυγε
η μπογιά ξεθώριασε
Έτσι αποχαιρετούμε εμείς τη ζωή μας

Με υγρασία, λυγμούς και μοναξιά

 

 

 

 

.

τα σαββατόβραδα

Τα σαββατόβραδα είναι σερπαντίνες πεταμένες άτακτα στην άκρη του δρόμου
από γιορτές που πέρασαν
και πια κανείς δεν θα θυμάται
Έμεινε ένα μούδιασμα στα δάχτυλα
μια ανατριχίλα στην συντήρηση
και κάτι κορίτσια βγαλμένα απ’ τις βιτρίνες
να κυκλοφορούν χωρίς να τ’ αναγνωρίζει η πόλη

Τα σαββατόβραδα τα φώτα κρατούν την ανάσα τους
για το ποιος θα είναι ο επόμενος που θα ουρλιάξει Σ’ΑΓΑΠΑΩ
και άρα που θα είναι ο ικανός για τα πάντα
ο υπερήρωας για δυο δευτερόλεπτα
όσο χρειάζεται εξάλλου
για να ζήσεις μια ζωή ολόκληρη

Τα σαββατόβραδα είναι τσιγάρα που καπνίζουν τους πόθους μας
πάνω σε τραπέζια σκονισμένα
δίπλα από τουαλέτες βρώμικες
σε δρόμους που δεν ισιώνουν πια το μεθύσι μας
σε χάρτες λεκιασμένους
που έγιναν τελικά χωρίς να το καταλάβουμε η ζωή μας

 

 

 

.

΄…

Οι ώρες

Απ’το παράθυρο κοιτούσε τις ώρες απ’έξω να περνούν
κάποιες αυστηρές, απόμακρες
λιγομίλητες από καημό ή από ήλιο
κάποιες γελαστές, ευδιάθετες
με μια χαρά που δεν προλάβαινε να δει πόσο κρατάει
Όποια στιγμή και να κοιτούσε
οι ώρες περνούσαν
περνούσαν
δεν κοίταζαν.

 

Η μοναξιά είναι ένα δάσος από ώρες αφάγωτες
που δεν τις ζήτησε κανείς
να τις χαϊδέψει.

 

 

 

.

 

κρυψώνες

Οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια
στέλνουν μονάχα τις σκιές τους ραντεβού
μιλάνε γλώσσες που έχουν από καιρό καταργηθεί
κι αντί για χειραψίες
βάζουν ο ένας του άλλου τη γλώσσα στη πληγή

και λεν υπάρχεις;

Η απάντηση είναι πάντα αρνητική
Αυτή είναι κι η απόδειξη πως τελικά υπάρχουν
Αρνούνται κάθε τι
πως πόνεσαν
πως πλήγωσαν
πως έφαγαν τις σάρκες που τους δόθηκαν για χάδια
πως ξέρασαν τις λέξεις που δεν ξέραν τι σημαίνουν
και πως μεγάλωσαν μονάχα για να κρύβουν
μεσ’ στο κορμί
την θλίψη τους κάθε φορά σ’άλλη κρυψώνα

Κυρίως λένε όχι στην ερώτηση πώς νιώθεις
                                                                            -όχι, όχι εγώ δε νιώθω τίποτα
και συνεχίζουνε στην διαδρομή της άρνησης
φοβούμενοι μη πέσουν πάνω σε γνωστό
κάποιον που μοιραστήκαν το φιλί τους
και άρα οι γλώσσες τους για λίγο αγκαλιάστηκαν
φωτιές γινήκαν που διψούσαν από πόθο
γιατί ο πόθος
είναι σημάδι ανεξίτηλο
και μαρτυρά μεσ’ στη σιωπή

την ύπαρξη μας

Όχι, όχι οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια
μονάχα μακιγιάρουν το χαμόγελο
και βγάζουνε φωτογραφίες τον εαυτό τους
χωρίς ποτέ να δείχνουνε τα χέρια
ιδέες μη σου μπαίνουν στο κεφάλι
ότι μπορεί και να αγκαλιαστούν μια μέρα

 

*ακούγεται εδώ