Τυχαίες συναντήσεις

by janatziveleki

Εκείνο τον καιρό ζούσα σε ένα διαμέρισμα –με ένα υπνοδωμάτιο, σαλόνι με ενιαία κουζίνα- για ένα χρόνο περίπου, όταν μια συνάδελφος μου ζήτησε να την συνοδεύσω σε ένα μεσιτικό γραφείο. Σκεφτόταν να χωρίσει απ’ τον αρραβωνιαστικό της και έψαχνε κάτι μικρό κοντά στο γραφείο. Εγώ είχα ελεύθερο το απόγευμα κι έτσι δέχτηκα χωρίς πολύ σκέψη. Είδαμε δύο διαμερίσματα στο κέντρο και ένα απέναντι από το ποτάμι. Ενώ ο μεσίτης εξηγούσε για τετραγωνικά μέτρα και παροχές, εγώ έμπαινα σε κάθε δωμάτιο και σκεφτόμουν πως θα ήταν η ζωή μου, αν τα βράδια κοιμόμουν εκεί. Μετά έμπαινα στην κουζίνα και φερόμουν σα να ήμουν μια νοικοκυρά που ετοιμάζει το φαγητό για τα παιδιά της. Εκείνο το πρώτο διαμέρισμα είχε μια ατμόσφαιρα δυστυχισμένης γυναίκας που περιμένει κάποιον να την σώσει απ’ την ίδια της τη ζωή. Στο διαμέρισμα απέναντι απ’ το ποτάμι σκέφτηκα ότι θα ζούσε μια γραφίστρια που διατηρούσε στον ίδιο χώρο και το γραφείο της. Όταν θα κουραζόταν από την δουλειά στον υπολογιστή θα σήκωνε τα μάτια και θα αντίκριζε τη θέα του ποταμού. Όταν φύγαμε είχε ήδη νυχτώσει. Η συνάδελφος μου έμοιαζε αναποφάσιστη. Είχε αμφιβολίες ανάμεσα στο διαμέρισμα με τη θέα στο ποτάμι ή στο να μείνει με τον αρραβωνιαστικό της.

Άφησα να περάσουν κάποιες μέρες και ένα απόγευμα τηλεφώνησα εγώ η ίδια σε ένα μεσιτικό γραφείο. Κι ύστερα σε ένα άλλο. Και σε ένα άλλο. Δεν είχα σκοπό να αφήσω το διαμέρισμα μου, με βόλευε και ένιωθα άνετα εκεί, αλλά υπήρχε κάτι σε όλη αυτήν την διαδικασία του να ψάχνεις σπίτι που με γοήτευε. Ήταν σα να κάνεις σεξ με κάποιον που δε γνωρίζεις και δεν πρόκειται να ξαναδείς. Για λίγο φαντάζεσαι πως θα ήταν η ζωή σου μαζί του, σκέφτεσαι τι είδους αστεία θα έκανε το βράδυ πριν κοιμηθεί. Πως θα έμοιαζε όταν θα γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά. Αλλά μέχρι εκεί. Δεν θα χρειαζόταν να τον παντρευτείς. Ούτε να τον βλέπεις κάθε μέρα. Ήταν σα να ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά σε μια πιθανότητα διαφορετικής ζωής. Και μετά σε μια άλλη. Και σε μια άλλη. Έμπαινα για μια στιγμή σε ένα διαμέρισμα και μια ολόκληρη ζωή ξεδιπλωνόταν μπροστά μου. Σε ένα απ’ αυτά έβλεπα φίλους καλεσμένους για δείπνο, να γελούν πίνοντας λευκό κρασί κι ύστερα να παίζουν trivial persuit στο σαλόνι. Σε ένα άλλο, έφηβοι γυρνούσαν απ’ το σχολείο και κλείνονταν στο δωμάτιο τους χωρίς να μιλάνε όλο το απόγευμα. Σε ένα διαμέρισμα στα βόρεια έγινα μοδάτη με ένα ολόκληρο δωμάτιο γεμάτο παπούτσια. Σε ένα άλλο έγινα μια πωλήτρια με έναν άντρα κολλημένο με το ποδόσφαιρο. Και όλοι του οι φίλοι φώναζαν στο σαλόνι κάθε φορά που κέρδιζε η ομάδα τους. Ήταν κάτι σα να είσαι ηθοποιός. Αλλά χωρίς να είσαι. Ύστερα γύριζες πάλι στο σπίτι σου και γινόσουν για άλλη μια φορά εσύ.

Μια μέρα, μετά από αρκετό καιρό, με κάλεσαν από ένα μεσιτικό και μου είπαν πως είχαν βρει ακριβώς αυτό που αναζητούσα. Εγώ δε θυμόμουν πια τι ιστορία έλεγα σε κάθε γραφείο. Τους ζήτησα να μου δώσουν περισσότερες πληροφορίες αλλά μου είπαν πως θα ήταν καλύτερα να το δω από κοντά. Αυτά τα σπίτια δεν μένουν άδεια για πολύ καιρό. Μου είπαν. Κι εγώ με την ευχαρίστηση που ένιωθα κάθε φορά που έμπαινα σε μια ζωή που δεν ήταν η δική μου, δέχτηκα. Για τελευταία φορά, σκέφτηκα. Όπως συναντάς έναν άντρα που ξέρεις ότι δεν θα είναι ο κατάλληλος για σένα αλλά δέχεσαι να βγεις μια φορά μαζί του. Κι εκεί που δεν το περιμένεις τον ερωτεύεσαι. Κι έτσι, κάτι που ξεκίνησε σαν τυχαίες συναντήσεις με τις πιθανές διαφορετικές ζωές μου έγινε τελικά ακριβώς αυτό που ήθελα. Και από τότε έμεινα εδώ. Και δεν ψάχνω πια για κάτι άλλο.

 

Advertisements