Λευκό κρασί

by janatziveleki

Είμαι κλεισμένη εδώ μέσα από τότε που έφυγες. Δεν έχω διάθεση να βγω, δεν θέλω να δω κανέναν. Δεν είμαι έτοιμη ακόμα να αντιμετωπίσω τον κόσμο χωρίς εσένα. Έχω καπνίσει όλα τα τσιγάρα κι έχω πιεί όλο το λευκό κρασί, εκείνο που δεν σου άρεσε να πίνεις. Τα μπουκάλια τα έχω αφήσει δίπλα στο παράθυρο. Περνάει το φως από μέσα τους και παιχνιδίζει στο ξύλινο πάτωμα καθώς κουνιέται η κουρτίνα. Κάνω πως δεν βλέπω. Τα μαλλιά μου είναι άλουστα. Νιώθω κουρασμένη. Δεν έχω αγγίξει την φωτογραφική μηχανή εδώ και μέρες. Ποιος θα μου το έλεγε όταν άφηνα την Αθήνα για το Παρίσι –το όνειρο μου από πάντα- ότι θα προτιμούσα να μένω κλεισμένη σε 32 τετραγωνικά ενώ έχω στα πόδια μου την ομορφότερη πόλη του κόσμου. Σε ποιον να το πω τώρα που έφυγες; Όμως πρέπει να βγω. Οι μέρες πέρασαν και οι προμήθειες τελείωσαν. Καμιά φορά ξεχνιέμαι και νομίζω πως ακούω βήματα στο διάδρομο, νομίζω πως έρχεσαι. Αλλά δεν έρχεσαι. Δεν θα έρθεις. Έφυγες. Και ούτε οι βόλτες στο ποτάμι έχουν πια νόημα, ούτε τα φώτα του πύργου που κρυφοβλέπαμε από μια γωνίτσα αργά το βράδυ πριν πέσουμε για ύπνο, ούτε οι κουβέντες μας σε εκείνα τα μελαγχολικά ιστορικά καφέ, ούτε οι μουσικές, ούτε οι ταινίες, τίποτα δεν έχει πια νόημα. Το Παρίσι ολόκληρο είναι ένα ψέμα. Ένας χάρτης τσαλακωμένος. Ένα φως καμένο. Ένα σκισμένο σημείωμα που δεν θα διαβάσει ποτέ κανείς. Όμως εγώ αναπνέω ακόμα. Έχω να σκεφτώ τόσα πράγματα. Να αποφασίσω τι θα κάνω από εδώ και πέρα. Γι’ αυτό δεν βγαίνω απ’ το σπίτι. Νιώθω πως αν ανοίξω την πόρτα θα αρχίσει να μετράει και πάλι ο χρόνος, να τρέχει γρήγορα εναντίον μου, να πλησιάζει το μέλλον καταπάνω μου όλο και πιο απειλητικό. Και εγώ δεν είμαι ακόμα έτοιμη για ένα μέλλον χωρίς εσένα. Ξέρω παλιές τεχνικές χαλάρωσης και τρικ για να μην χάσω το μυαλό μου.  Αποφασίζω να επικεντρωθώ σε ένα μόνο πράγμα. Όλα θα περιστρέφονται γύρω απ’ αυτό για απόψε. Έτσι τουλάχιστον θα κερδίσω λίγο χρόνο. Αποφασίζω να ποντάρω στο λευκό κρασί. Εκείνο που δεν σου άρεσε να πίνεις. Βρίσκω τα πιο βολικά ρούχα, το μπουφάν μου, ένα σκουφί στα μαλλιά, λεφτά, κλειδιά και ξεγελώντας το μεγάλο ρολόι πετάγομαι έξω απ’ την πόρτα βιαστικά. Το σούπερ μάρκετ είναι στην επόμενη γωνία, σκέφτομαι, δεν είναι τόσο φοβερό. Έξω η ζωή συνεχίζεται σα να μην έχει αλλάξει τίποτα. Όλοι φέρονται σαν να μην έχεις φύγει. Τους κοιτάζω μα κάνουν ότι δεν με βλέπουν. Θέλω να τους ρωτήσω, αυτοί πως συνεχίζουν να ζουν χωρίς εσένα, αλλά ξεχνάω ότι δεν είναι το ίδιο. Δεν ήσουν για εκείνους πάρα ένας ακόμα μέσα στο πλήθος, για μένα μόνο ήσουν όλοι. Και τώρα; Βάζω στο καλάθι όσο πιο πολλά μπουκάλια φτηνό λευκό κρασί μπορώ. Παίρνω μερικά πράγματα ακόμα. Λίγους ξηρούς καρπούς. Και ένα προφιτερόλ στην συσκευασία του ενός. Για μοναχικούς ανθρώπους. Πληρώνω στο ταμείο και για πρώτη φορά χαμογελάω. Είναι η ασφάλεια του αλκοόλ σκέφτομαι. Και καθώς επιστρέφω, περνώντας δίπλα από τον γνωστό άστεγο της γωνίας, βγάζω και του αφήνω ένα από τα μπουκάλια με το φτηνό λευκό κρασί. Μου λέει ένα ευχαριστώ μέσα απ’ τα δόντια. Χαμογελάω. Ας μην πίνω μόνο εγώ απόψε, σκέφτομαι. Κι ανεβαίνω τις σκάλες μέχρι να κρυφτώ και πάλι στο μικρό μου διαμέρισμα, το παλάτι της θλίψης μου. Τουλάχιστον για απόψε.

 

 

Advertisements