Θλιμμένο παραμύθι χωρίς τέλος

Έλα, θα σου πω ένα παραμύθι.

Ήτανε μια φορά ένα κορίτσι. Παρατηρούσε τους άλλους και δεν καταλάβαινε πως θα μπορούσε να ταιριάξει μαζί τους. Περάσαν οι ώρες, περάσαν τα σύννεφα, περάσαν τα καλοκαίρια και το κορίτσι έγινε Γυναίκα. Με κάποιους έμοιαζε να ταιριάζει, μα δεν ήξερε αν αυτό συνέβαινε στα αλήθεια ή αν ήταν η ίδια που το προκαλούσε. Οι μέρες διαδέχονταν η μία την άλλη και το κορίτσι μάθαινε πως το να είσαι Γυναίκα σημαίνει να είσαι ολόκληρη και ταυτόχρονα σπασμένη. Σημαίνει να διψάς ενώ είσαι γεμάτη νερό. Όταν δεν έβρισκε νερό να πιεί, το κορίτσι έκανε χρήση των υγρών που φύλαγε στα μάτια της. Έκλαιγε κι έπινε τα δάκρυα της για να ξεδιψάσει. Μια μέρα το κορίτσι, που από καιρό ήταν ήδη μια Γυναίκα ολοκληρωμένη και ταυτόχρονα σπασμένη, κατάλαβε πως το να μπορεί να ξεδιψάει μόνη της χωρίς από κανέναν βοήθεια σήμαινε πως ήταν ήδη μια Θεά. Γδύθηκε τότε τα ρούχα που φορούσε και φόρεσε τα ρούχα της Θεάς. Το κορίτσι γνώριζε πλέον σαν Θεά πως δεν υπάρχει κάτι χωρίς το αντίθετο του κι έτσι  μερικές φορές τις νύχτες, ή και κάποιο πνιγηρό απόγευμα, άφηνε να κυκλοφορεί ελεύθερο από μέσα της το Θηρίο που ισορροπούσε την Θεά. Μόνο έτσι έβρισκε ηρεμία. Αφού είδε ότι είχε την ικανότητα να ελέγχει και το Θηρίο, το κορίτσι αναγνώρισε στον καθρέφτη ότι ήταν ήδη μια Μάγισσα. Τότε όμως, το κορίτσι ένιωσε πιο μόνη από ποτέ, σκέφτηκε πως όλο αυτό δεν είχε νόημα, πως ήταν πολύ κουραστικό να ζει έτσι, πως δεν άντεχε χωρίς να το μοιράζεται με κάποιον αντάξιο της τις νύχτες και τις μέρες της. Και έψαξε να βρει ένα αγόρι, που θα ήξερε από καιρό πως ήταν ένας Άντρας -ολοκληρωμένος και ταυτόχρονα σπασμένος- που θα είχε υποψιαστεί πως έχει μέσα του ένα Θεό κι ένα Θεριό, και που αν είχε φτάσει μέχρι εκεί θα αναγνώριζε ήδη πως ήταν κι αυτός ένας Μάγος.

Το κορίτσι πίστευε πως αυτό που έψαχνε υπήρχε ήδη εκεί έξω. Απόδειξη θεωρούσε την ύπαρξη της και την πορεία της, δεν μπορεί να είμαι η μοναδική που έχει αυτό το μυστικό, κι άλλοι θα έχουν την ίδια πορεία αν το θελήσουν, σκέφτηκε. Είχε όμως μια αμφιβολία που τις φώτιζε τις νύχτες και τις σκοτείνιαζε τα πρωινά. Έπρεπε άραγε σαν Μάγισσα να βρει το τέχνασμα να τον φέρει κοντά της ή να τον αφήσει να έρθει εκείνος να τη βρει; Ήξερε πως μπορούσε αν ήθελε να τον ψάξει κι ας ένιωθε πως είχε κουραστεί από όσους κατά καιρούς παρουσιάζονταν μπροστά της χωρίς να έχουν την παραμικρή δυνατότητα να την λατρέψουν όπως της άρμοζε. Αμφέβαλλε πολύ γιατί το μικρό κορίτσι μέσα της δεν ήθελε να νιώθει ότι τον βρήκε κάνοντας χρήση τεχνασμάτων, με φίλτρα μαγικά, με ξόρκια ή με την γυναικεία της εξυπνάδα. Προτιμούσε να τον δει να έρχεται από μακριά, μόνος του, πλησιάζοντας την ήρεμα, κατανοώντας κι εκείνος την δύναμη του, παραδομένος στην μεταξύ τους έλξη με όλη του την ελευθερία. Ήθελε το αγόρι να ψάχνει αμήχανα να βρει το κορίτσι. Ήθελε ο Άντρας να θαμπωθεί από την γυναικεία της φωτιά. Ήθελε ο Θεός να ισορροπεί με το Θεριό της και να γνωρίζει κι ο ίδιος πως η Θεά της θα κυριαρχούσε στο Θεριό μέσα του. Κι ήθελε τα μαγικά τους φίλτρα να αλληλοεξουδετερωθούν. Να λύσουνε τα μάγια και να γίνουν κι οι δυο, ο ένας για τον άλλον, αυτό που ήτανε πάντα.

Το κορίτσι ξαγρυπνούσε ανυπόμονα τις νύχτες κι ας γνώριζε πως όλα συμβαίνουν Τώρα. Τη μια μέρα αποφάσιζε να ψάξει να τον βρει. Την άλλη αποφάσιζε να περιμένει. Την τρίτη χάζευε με κάποιον που απλά την φλέρταρε. Την τέταρτη αποφάσιζε να απομονωθεί και να μην περιμένει τίποτα πια. Την πέμπτη μέρα είδε μια σκιά να τρεμοπαίζει στην απόσταση. Χάρηκε κι αποφάσισε να κάνει σα να ήταν αυτός που πλησίαζε. Ντύθηκε με καινούργια πέπλα για να τον σαγηνεύσει και φόρεσε χρώματα για να του τραβήξει την προσοχή. Εκείνος όσο έμοιαζε να πλησιάζει άλλο τόσο παρέμενε μακριά. Το κορίτσι λυπήθηκε, δεν θα είναι αυτός, σκέφτηκε. Η Γυναίκα ήθελε να περιμένει λίγο ακόμα. Η Θέα ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε και το Θηρίο μέσα της λαίμαργα προσπαθούσε να τον κάνει να πλησιάσει. Η Μάγισσα κατάλαβε ότι χωρίς τεχνάσματα θα έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο. Ο άντρας εκείνος ερχόταν από μακριά κι ακόμα δεν φαινόταν στα αλήθεια ποιος ήταν. Μα κουβαλούσε μαζί του ανασφάλειες, φόβους, μυστικά κι ένα χαρέμι από γυναίκες, ίσως γιατί δεν ένιωθε αρκετά άντρας από μόνος του. Δεν ήτανε αυτός λοιπόν, ο αντάξιος της. Ή και να ήταν, είχε πολύ δρόμο ακόμα μέχρι να την φτάσει. Σκέφτηκε τότε να του γράψει δυο λόγια σε ένα χαρτί, να του τα στείλει με έναν τρόπο, να του πει: «Αν είσαι Εσύ θα το ξέρεις μέχρι τώρα πως όλες οι γυναίκες που κουβαλάς ολόγυρα σου είμαι Εγώ. Πως όλες φοράνε τα θέλω μου, όλες σε φέρνουνε σε μένα. Πως όλες όσες έψαξες, όλες όσες πόθησες, όλες όσες άγγιξες, όλες όσες σου πήραν και σου δώσαν δύναμη ήμουν Εγώ, που σε περίμενα στο Τώρα. Μα αν δεν είσαι Εσύ, μην έρθεις καν ως εδώ, δεν προσδοκώ εσένα».

Αλλά η σκιά παρέμενε μακριά και το κορίτσι τελικά δεν έκανε τίποτα. Έκατσε λίγο μονάχα ακόμα στο μπαλκόνι να κοιτάζει προς τα εκεί και με ένα δάκρυ ξεδίψασε για μια στιγμή την ταραγμένη δίψα της. Δεν έχει νόημα, σκέφτηκε κουρασμένη, πάλι εγώ θα με βάλω για ύπνο απόψε. Αργεί ακόμα το Τώρα που θα ζήσουμε μαζί. Ξέβαψε τα χρώματα φτιαγμένα από φίλτρα μαγικά απ’ το πρόσωπο της. Έλυσε τα κορδόνια απ’ τα παπούτσια που φορούσε στα πόδια της. Γδύθηκε τα πέπλα της Θεάς. Τα τακτοποίησε όλα όπως έκανε πάντα και σαν κορίτσι απλό χώθηκε στο κρεβάτι της κι αυτό το βράδυ μόνη. Κι αποκοιμήθηκε.

Είδε στο όνειρο της μια γυναίκα που της έλεγε: Έλα, θα σου πω ένα παραμύθι….

[στα ισπανικά εδώ]