Αντέχεις;

by janatziveleki

Ξαπλώνουν σε ένα κρεβάτι. Σε ένα κατάλευκο σπίτι. Σε ένα νησί. Ο ήλιος τους έχει κάψει τους ώμους. Η αρμύρα τους τσούζει τις πληγές. Το βράδυ εκείνος της αγκαλιάζει τα σημάδια απ’ το μαγιό, το πρωί εκείνη του ξεδιψάει τον πόθο. Σηκώνονται απ’ το κρεβάτι μόνοι. Κάνουν πως λειτουργούν αυτόνομα, πως είναι ο καθένας αυτός που ο άλλος γνώρισε. Πρέπει να κρατάν μια απόσταση για να μπορούν να ξαναβρεθούν. Ξαναβρίσκονται όταν αγκαλιάζονται μέσα στη θάλασσα. Ξαναβρίσκονται  όταν εκείνος μαγειρεύει και εκείνη πίνει ξυπόλητη δίπλα του ένα ποτήρι κρασί. Ξαναβρίσκονται δειλά στην παράξενη θαλπωρή της μεσημεριανής σιέστας. Χρειάζονται αυτούς τους ενδιάμεσους μικρούς χωρισμούς για να αντέξουν. Κι αν είναι τα σώματα κοντινά, να μην κουράζονται οι ψυχές συνέχεια στο μαζί.

Της ρίχνει κρύο νερό στην αυλή με το λάστιχο και γελάνε. Του πειράζει τα μαλλιά για να τον εκνευρίσει. Κάθεται εκείνος να διαβάσει ένα βιβλίο μήπως και για λίγο της λείψει. Πάει εκείνη στη χώρα να ψωνίσει και επίτηδες καθυστερεί. Να ζήσουν λίγο ακόμα την αναμονή μέχρι να γυρίσει πάλι κοντά του. Να το πιστέψουν. Να το χορτάσουν. Ο έρωτας δεν χορταίνεται μόνο στο κοντά. Χορταίνεται -και θεριεύει- και στην αναμονή. Δεν είναι μπορετό να ξέρεις πως τον έχεις τον άλλον ολόκληρο πάντα. Θέλεις να τον χάνεις και λίγο. Θέλεις να τον κυριεύεις και να τον αφήνεις να φύγει. Θέλεις να σε διαφεντεύει και να ξέρει ότι μπορεί να σε χάσει. Θέλει τέχνη το μαζί. Θέλει ισορροπία. Θέλει διακοπές.

Advertisements