κόκκινο [ή ένα άλλο τέλος]

by janatziveleki

Άνοιξαν μια πόρτα και μπροστά τους ξεπρόβαλε ένα κρεβάτι μεγάλο σαν καράβι. Αρκετό για να χωρέσει τις φλογισμένες πληγές τους. Πλησίασαν και είδαν πως τα σεντόνια ήταν σκεπασμένα με λέξεις. Ξεντύθηκαν με προσοχή τις βεβαιότητες τους και έβγαλαν με σεβασμό τα παπούτσια που τους είχαν φέρει μέχρι εκεί. Γυμνοί θα λερωθούμε πιο εύκολα, είπε εκείνος και την κοίταξε σα να την έβλεπε πρώτη φορά. Από τον καρπό του είχε ο καθένας κρεμασμένο ένα φόβο, να τον ακολουθεί ακούραστα σαν κατοικίδιο σε ταξίδι. Αν αγκαλιαστούμε θα μπλεχτούν οι φόβοι μας, είπε εκείνη. Κοιτάχτηκαν χωρίς να ξέρουν τι να δουν. Αντίκρυ ο ένας απ’ τον άλλον παρέμεναν γυμνοί με δυο φόβους να κρέμονται. Εκείνος έβαλε τον φόβο του μπροστά για να καλύψει την γύμνια του. Προτιμά να βλέπω τον φόβο του κι όχι τον ίδιο, σκέφτηκε εκείνη κι αμέσως γέμισε αγκάθια. Εκείνος -που από καιρό είχε διαλέξει το χρώμα τούτης της ένωσης- το πρόσεξε κι ήρθε κοντά της να την ασπαστεί. Άφησε το φόβο του να πέσει στο πάτωμα και την αγκάλιασε ώσπου να ματώσει. Δεν την είχε ακόμα παντρευτεί κι όμως πιο πολύ αγαπούσε τα αγκάθια της. Αυτά του υπόσχονταν να κρατάν ανοιχτές τις πληγές του. Δεν θυμόταν πια τον εαυτό του πριν απ’ αυτές. Εκείνη δεν ήξερε πώς να φερθεί, δεν της είχε ξανά συμβεί ποτέ πριν να αγαπάει κάποιος τα αγκάθια της. Άρχισε να κλαίει και να γίνεται μικρή. Ο φόβος της γαύγισε. Αν σου αρέσουν τόσο τα αγκάθια μου τότε θα τα ποτίζω να θεριέψουν, να ματώσεις τόσο που δεν θα σου μείνει άλλη σάρκα για άγγιγμα, φώναξε θυμωμένη. Αυτό θέλω, ψιθύρισε εκείνος και την έσφιξε πιο δυνατά στην αγκαλιά του, να με ματώνεις κάθε βράδυ ολόκληρο με τα αγκάθια σου και το πρωί να με φιλάς για να χεις το πιο έντονο κόκκινο χρώμα στα χείλη σου, αγάπη μου.

Ξάπλωσαν στο κρεβάτι μαζί για πρώτη φορά. Εκείνος γεμάτος πληγές και αίματα. Εκείνη γεμάτη με αγκάθια και δάκρυα. Αγκαλιάστηκαν οι φόβοι τους κι οι ίδιοι ένιωσαν να αλαφραίνουν τα σώματα. Ενώθηκαν οι διψασμένοι πόθοι τους και τα φιλιά στόλισαν το μεγάλο σαν καράβι κρεβάτι. Κάπως έτσι, εκείνο το βράδυ οι δυο τους παντρεύτηκαν. Και το άλλο πρωί, όταν ήρθε η καμαριέρα να τους φέρει πρωινό βρήκε μονάχα ένα ματωμένο σεντόνι και μερικές τσαλακωμένες λέξεις.

Εκείνοι κολυμπούσαν ήδη ελεύθεροι προς ένα άλλο Μαζί.

.

[πρώτη δημοσίευση στο bibliotheque.gr]

Advertisements