Α/μνησία

by janatziveleki

«Όσοι περνούν την χώρα της απόγνωσης, παθαίνουν αμνησία»
Γιάννης Αγγελάκας

 

Όλα έρεαν ομαλά στην Χώρα της Απόγνωσης. Όσοι είχαν δουλειά δέχονταν κάθε είδους πίεση φοβούμενοι μην κατηγορηθούν πως φταίνε οι ίδιοι για κάτι και την χάσουν. Λες και ήταν δική τους προσωπική ευθύνη ο στρατός των αντικαταστατών τους που παραφύλαγε απ’ έξω. Οι αντικαταστάτες πάλι έβλεπαν την πιθανότητα εργασίας σαν σωτήριο χέρι που θα τους τράβαγε μακριά από τον εαυτό τους. Να γίνουν σαν τους άλλους, να μην φταίνε αυτοί για την κατάσταση, να γλυτώσουν από της κατάθλιψης το εναγκάλισμα, να αποκτήσουν κυριότητα. Το «παιδί» όσο χρονών και να ήταν, κοιμόταν ακόμα με την αυταπάτη πως ο γονιός θα είναι πάντα εκεί. Χωρίς την σκέψη αυτή τα όνειρα βάφονταν ένα εφιαλτικό παχύ γκρι και έσταζαν πάνω του μπογιά που ξέπλενε κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη. Ύστερα έπινε μια τζούρα από τον καφέ του και φόραγε την στολή του ενήλικου ξανά. Αυτή που δεν του έκανε, που κακοραμμένη τον στένευε στις άκρες, αυτή που δεν του άρεσε γιατί δεν είχε ακόμα σκεφτεί ότι μπορούσε να την ξαναφτιάξει στα μέτρα του αν ήθελε. Ποιος είναι τώρα για αλλαγές. Μείνε στο σχέδιο.

Κι η μάνα. Υπήρχε πάντα η μάνα. Η Μάνα που όσο λιγόστευαν τα χρήματα τόσο γέμιζε το σπίτι φαγητά. Η μάνα-θαυματοποιός. Κι άλλα γλυκά, κι άλλες πίτες, κι άλλα μαγειρευτά. Όλα να περισσεύουν, για να μην σκεφτεί κανείς –ούτε η ίδια ακόμα- πως τα πράγματα δυσκόλεψαν, να μη νιώσει κανείς πως τα λεφτά που λείπουν απειλούν, να μην υποκύψει στην μιζέρια. Όσο μεγάλωνε η αβεβαιότητα, τόσο η μάνα μαγείρευε. Όχι για να υπάρχει φαγητό. Αλλά για να υπάρχει αξιοπρέπεια. Για να υπάρχει ελπίδα. Γιατί η μάνα ήξερε πως μονάχα αυτός που δίνει είναι πλούσιος. Κι όσο έχεις να δώσει δεν θα νιώσεις φτωχός ποτέ.

Η μάνα κράταγε ακόμα έγχρωμη την Χώρα της Απόγνωσης. Κι ένα δυο βλέμματα ζεστασιάς και συνενοχής από αγνώστους στο δρόμο. Για τους πιο τυχερούς μια ολάνθιστη αγκαλιά. Οι περισσότεροι όμως –σε αμνησία πια- δεν ήξεραν πώς να φωτίσουν τις μέρες που είχαν γίνει πιο σκοτεινές κι απ’ τις νύχτες τους.

Δεν ήξεραν πως μόνο αν αρχίσουν να θυμούνται θα άρχιζαν να βλέπουν ξανά.

 

 

 

 

 

 

 

 

_

 

 

 

Advertisements