Σάββατο, 20 Αυγούστου

by janatziveleki

[αυτό το κείμενο διαβάζεται ακούγοντας αυτό*]

Είναι κάτι στιγμές, τρυφερές και λεπτές, σαν κλωστές τυλιγμένες σ’ αδράχτι, βγαίνει με φίλους, πίνουν τσικουδιές γύρω από ένα τραπέζι, σε γυρνούν απαλά, σε μεθούν σιωπηρά, σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι. Συζητάνε για τα παλιά, οι κοινές αναμνήσεις δένουν τους ανθρώπους, πίνουν τσουγκρίζοντας, γελάνε. Για όλα αυτά που ζητάς, για πολλά που πονάς, για το τίποτε μιας ευτυχίας. Αυτό το τίποτε είναι όλο το νόημα, αυτής της ευτυχίας, να ζεις χωρίς να ξέρεις τι θα καταφέρεις, να ζεις, να παλεύεις για να φτάσεις την ευτυχία και εκείνη σαν άμμος μέσα απ’ τα δάχτυλα να σου ξεφεύγει, να δουλεύεις χρόνια και να είναι μόνο επιβίωση, να βαλτώνεις σε λιμνάζοντα νερά και να φεύγει το βλέμμα, να ταξιδεύεις και να σου λείπει η ασφάλεια της πατρίδας, να αγαπάς και να φοβάσαι μην χαθείς στον δρόμο, να κλείνεσαι και να γκρινιάζεις πως ποτέ κανείς δεν θα σε διαλέξει, να μην τα παρατάς και να κουράζεσαι, να ξεκουράζεσαι και να γεμίζεις ενοχές, να ψάχνεις και πάντα κάτι να λείπει, πάντα η αντίφαση, πάντα για αυτόν τον αγώνα μιας ευτυχίας, που καταλήγει να μοιάζει με τίποτα μόλις το κατακτήσεις. Και γυρνάς σαν τρελός, του καθρέφτη εαυτός, θύμα θύτης κακής συγκυρίας. Είμαστε πάντα και θύτες και θύματα, είμαστε πάντα εμείς και οι συγκυρίες και οι χαμένες ευκαιρίες κάποιων άλλων. Πλημμυρίζουν το χθες μαγεμένες σκιές, που ξοπίσω μου γράφουν τροχιά, είμαστε ο δρόμος που μας έφερε μέχρι εδώ κι όλοι οι δρόμοι που διαλέξαμε να μην πάρουμε, δεν ξέρουμε ποτέ ποία είναι η αλήθεια, αυτή που ζήσαμε ή αυτή που επιθυμήσαμε και δεν μας βγήκε, με κρατούνε θαρρώ σαν αλήθειες παλιές σε λαβύρινθο δέσμιο βαθιά. Τσουγκρίζουν πάλι, γελάνε πάλι, είναι ευτυχία να έχεις φίλους με τους οποίους μπορείς να πίνεις τα δεν ξέρω σου, τα γιατί σου, τα ίσως σου. Είναι κάτι στιγμές, σα μικρές πινελιές ζωγραφιάς που δεν έχει τελειώσει, είναι οι άνθρωποι που σε επαναφέρουν στον δρόμο, να τιμάς και τα γιατί τα δικά τους που συναντήθηκαν με τα δικά σου γιατί, λείπουν λίγα ακριβά των χρωμάτων νερά, για να δώσουν του τόπου τη γνώση. Είναι κάποιες συναντήσεις που ξεπερνούν τον χρόνο, για τους κήπους της γης, κάποιες που συνθλίβουν τον χρόνο, για το ροζ της αυγής, κάποιες που απλώνουν τον χρόνο, για το κύμα που απόμεινε μόνο και τα βλέπεις όλα τα παλιά σαν κύματα να χάνονται και σου αρκεί, σου αρκεί που είσαι εδώ, να χαϊδεύει με αφρούς, που είσαι σε ένα τώρα που μόλις δημιουργήθηκε, τους πικρούς μας καημούς και ταυτόχρονα σβήνει, και να διώχνει της πίκρας τον πόνο κι εσύ αξιώθηκες να το ζήσεις και να έχεις και μάρτυρες, συνοδοιπόρους να κοινωνείτε μαζί το παρόν.

-Αν πέσω ποτέ σε κώμα, τους λέει, αυτήν την φωνή του Νικόλα θέλω να μου βάζετε να ακούω, μέχρι να ξυπνήσω, μόνο έτσι θα ξυπνήσω.

Συμφωνούν, τσουγκρίζουν, γελάνε. Για το τίποτε μιας ευτυχίας. Αυτήν την αντίφαση. Που δεν είναι καθόλου λίγη τελικά.

 

[*Στιγμές, Στίχοι: Πολυξένη Βελένη, Μουσική: Νίκος Παπάζογλου]

 

#August_2016

Advertisements