n o w h e r e

no/where or now/here?

Κατηγορία: text

Σχήματα

Οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν σχέσεις. Φτιάχνουν σχήματα. Ευθείες γραμμές αντικριστές, παραλληλόγραμμα, ανάποδες πυραμίδες, κυλινδρικές μουτζούρες, ερωτηματικά. Διαλέγει ο καθένας ένα σημείο κι εκεί κρύβεται, εκεί ζει, εκεί φαντάζεται τον άλλον άνθρωπο μαζί του. Μα ο άλλος σπάνια είναι εκεί. Το κοντινότερο σημείο ισούται με το διπλάσιο της απόστασης που ο ίδιος επιτρέπει στον εαυτό του να διανύσει. Δεν θα συναντηθούν ποτέ, μα στην καλύτερη περίπτωση έχουν κάνει κι οι δυο κατάληψη ταυτόχρονα στο ίδιο σχήμα. Στις πιο προβληματικές καταστάσεις ο καθένας βλέπει το σχήμα ως κάτι διαφορετικό. Για καιρό κάποιος μπορεί να πιστεύει ακράδαντα ότι βρίσκεται σε έναν κύκλο κι ο άλλος να αντιλαμβάνεται το ίδιο σχήμα ως τρίγωνο. Οι αντιπαραθέσεις δεν έχουν φυσικά κανένα νόημα. Συνήθως γίνεται σαφές τι πιστεύει ο άλλος αφότου επιλέξει να αποχωρίσει. Τότε δηλώνει εκκωφαντικά πώς έβλεπε το σχήμα που αφήνει πίσω του. Τότε προκαλούνται κι οι μεγαλύτερες παρεξηγήσεις. Μα είναι πια αργά για συνδιαλλαγές. Πώς να μιλήσεις για καμπύλες σε κάποιον που ούτε καν παραδέχεται πως τις αναγνωρίζει;

Οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν σχέσεις. Παρά μόνο αν αποφασίσουν συνειδητά να καταστρέψουν το σχήμα που τους αφορά από κοινού. Είναι η συνεργασία τους αυτή, η αποδοχή του διαφορετικού βλέμματος του άλλου που τους κάνει να σχετίζονται. Μόνο που τότε δεν έχει σημασία πια το σχήμα, ούτε η καταστροφή του. Αλλά η συνύπαρξη δυο ανθρώπων που έχουν ταυτόχρονα την διάθεση να διανύσουν την απόσταση που τους χωρίζει.

~

Advertisements

Α/μνησία

«Όσοι περνούν την χώρα της απόγνωσης, παθαίνουν αμνησία»
Γιάννης Αγγελάκας

 

Όλα έρεαν ομαλά στην Χώρα της Απόγνωσης. Όσοι είχαν δουλειά δέχονταν κάθε είδους πίεση φοβούμενοι μην κατηγορηθούν πως φταίνε οι ίδιοι για κάτι και την χάσουν. Λες και ήταν δική τους προσωπική ευθύνη ο στρατός των αντικαταστατών τους που παραφύλαγε απ’ έξω. Οι αντικαταστάτες πάλι έβλεπαν την πιθανότητα εργασίας σαν σωτήριο χέρι που θα τους τράβαγε μακριά από τον εαυτό τους. Να γίνουν σαν τους άλλους, να μην φταίνε αυτοί για την κατάσταση, να γλυτώσουν από της κατάθλιψης το εναγκάλισμα, να αποκτήσουν κυριότητα. Το «παιδί» όσο χρονών και να ήταν, κοιμόταν ακόμα με την αυταπάτη πως ο γονιός θα είναι πάντα εκεί. Χωρίς την σκέψη αυτή τα όνειρα βάφονταν ένα εφιαλτικό παχύ γκρι και έσταζαν πάνω του μπογιά που ξέπλενε κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη. Ύστερα έπινε μια τζούρα από τον καφέ του και φόραγε την στολή του ενήλικου ξανά. Αυτή που δεν του έκανε, που κακοραμμένη τον στένευε στις άκρες, αυτή που δεν του άρεσε γιατί δεν είχε ακόμα σκεφτεί ότι μπορούσε να την ξαναφτιάξει στα μέτρα του αν ήθελε. Ποιος είναι τώρα για αλλαγές. Μείνε στο σχέδιο.

Κι η μάνα. Υπήρχε πάντα η μάνα. Η Μάνα που όσο λιγόστευαν τα χρήματα τόσο γέμιζε το σπίτι φαγητά. Η μάνα-θαυματοποιός. Κι άλλα γλυκά, κι άλλες πίτες, κι άλλα μαγειρευτά. Όλα να περισσεύουν, για να μην σκεφτεί κανείς –ούτε η ίδια ακόμα- πως τα πράγματα δυσκόλεψαν, να μη νιώσει κανείς πως τα λεφτά που λείπουν απειλούν, να μην υποκύψει στην μιζέρια. Όσο μεγάλωνε η αβεβαιότητα, τόσο η μάνα μαγείρευε. Όχι για να υπάρχει φαγητό. Αλλά για να υπάρχει αξιοπρέπεια. Για να υπάρχει ελπίδα. Γιατί η μάνα ήξερε πως μονάχα αυτός που δίνει είναι πλούσιος. Κι όσο έχεις να δώσει δεν θα νιώσεις φτωχός ποτέ.

Η μάνα κράταγε ακόμα έγχρωμη την Χώρα της Απόγνωσης. Κι ένα δυο βλέμματα ζεστασιάς και συνενοχής από αγνώστους στο δρόμο. Για τους πιο τυχερούς μια ολάνθιστη αγκαλιά. Οι περισσότεροι όμως –σε αμνησία πια- δεν ήξεραν πώς να φωτίσουν τις μέρες που είχαν γίνει πιο σκοτεινές κι απ’ τις νύχτες τους.

Δεν ήξεραν πως μόνο αν αρχίσουν να θυμούνται θα άρχιζαν να βλέπουν ξανά.

 

 

 

 

 

_

 

[ . ]

Το να ζει κανείς είναι να αιωρείται ολομόναχος στο σύμπαν, χωρίς να γνωρίζει που βρίσκεται η πιο κοντινή κατοικημένη περιοχή.

Το να ζει κανείς είναι να επιπλέει στην επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς να φαντάζεται το απύθμενο βάθος που υπάρχει από κάτω.

Το να ζει κανείς είναι να ερωτοτροπεί με το φως  των αστεριών που έρχεται από μακριά, χωρίς να σκέφτεται πως τα αστέρια που βλέπει δεν υπάρχουν ταυτόχρονα με εκείνον.

Το να ζει κανείς είναι να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς ποτέ να του έχουν δείξει πως ανοίγει ένα αλεξίπτωτο.

Το να ζει κανείς είναι να πεθαίνει κάθε μέρα διψώντας να τον κρατήσει ένα χέρι οικείο έστω και λίγο πριν επιστρέψει για πάντα στο άπειρο.

 

 

 

Το να ζει κανείς είναι να βρίσκει τρόπους να αλαφραίνει το βάρος της ύπαρξης παρά τον πολλαπλασιασμό των αναγκών του σώματος και την διαίρεση της ψυχής.

 

 

 

 

 

 

Η πόλη/Μια γυναίκα μόνη.

Τις νύχτες η πόλη είναι χωρισμένη σε δυο κομμάτια, το σκοτάδι και το φως. Όσοι ξενυχτάνε περιφέρονται σε ένα φωτεινό διαστημόπλοιο που επιπλέει λίγο πάνω από την επιφάνεια. Όσοι κοιμούνται σιωπούν. Αλλά υπάρχουν κι αυτοί που προσποιούνται πως κοιμούνται. Που σβήνουν το φως για να κρυφτούν. Ενώ στο κεφάλι τους η πόλη ακόμα φλυαρεί.

Τις νύχτες μια γυναίκα κοιμάται μόνη, χωρισμένη σε δυο μέρη, την απόγνωση και την ελπίδα. Ξεζουμίζει το υγρό της νοσταλγίας και βρέχει το μέτωπο της για να δροσιστεί. Δαγκώνει ένα κομμάτι μοναξιά μπας και ξεγελάσει την πείνα της. Καμιά φορά, την παίρνει ο ύπνος έγκαιρα. Πριν έρθει ο φόβος. Αυτό το λέει ξεκούραση. Κι ας φέγγει αναμμένο ένα φωτάκι σκοτεινό στο δωμάτιο. Παρέα για τα φαντάσματα που δεν πρόφτασαν να βρούνε την έξοδο.

Τις νύχτες το φως της πόλης αγρυπνά δίπλα στην ελπίδα μιας γυναίκας μόνης. Το σκοτάδι βάζει για ύπνο την απόγνωση της. Η σιωπή την νανουρίζει. Εκείνη δεν μπορεί να αποφασίσει ακόμα, ποιο απ’ τα δυο κομμάτια να εμπιστευτεί. Σε ποιο να παραδώσει την ξεκούραση της.

 

 

 

 

 

 

Φθινόπωρο

Θα πλέξω μια ζακέτα για το κρύο που έρχεται.
Θα την κάνω σφιχτή και ζεστή.
Σαν αγκαλιά.

Θα με κοιμίζει κάθε βράδυ.
Θα γαντζώνεται σε βιαστικές καλημέρες το πρωί.
Θα έχει κουμπιά φτιαγμένα από κλειδαριές
Μονάχα για όποιον βρει το κλειδί
Θα τη βγάλω.

Το φθινόπωρο αυτό δεν θα είναι σαν τα άλλα, το υπόσχομαι.
Θα είναι ένας χειμώνας σαν παγόβουνο που αποκολλήθηκε.
Σαν αναπτήρας που καθώς φυσάει θα καίει τα δάχτυλα.
Σαν δυνατή βροχή που καταλήγει στην θάλασσα.

Μα εγώ θα έχω τουλάχιστον την ζακέτα μου.
Σαν αγκαλιά.

Μέχρι κάποιος να έρθει με το κλειδί.
Και να μην την χρειάζομαι πια.

.

.

.

[Οι λέξεις αυτές συνάντησαν την μουσική του Τάσου Λώλη και δημιούργησαν ένα κομμάτι που ακούγεται εδώ]

έ λ α

Φιλιούνται με λέξεις. Μαλώνουν με σιωπές. Φοβούνται χωριστά ένα μαζί που όλο ξεγλιστράει. Τρένα πηγαινοέρχονται, πλοία πιάνουν και αφήνουν λιμάνια, αεροπλάνα χαράζουν τον ουρανό πάνω από τα κεφάλια τους. Μαζεύονται αποφάγια στα τραπέζια. Τασάκια γεμίζουν και αδειάζουν με αποτσίγαρα. Άνθρωποι θάβονται κάτω απ’ τη γη και βρέφη κλαίνε με το πρώτο φως που αντικρίζουν. Η ζωή περνάει. Μια αόρατη κλωστή που και που τους θυμίζει αυτό που προσπαθούν να ξεχάσουν. Είσαι εκεί; Είσαι ακόμα εκεί; Σε ξεχνάω συχνά. Θυμάσαι ακόμα αυτά που δεν ζήσαμε;

Έλα. Έλα πριν φύγεις πάλι. Έλα πριν σε τρομάξει ξανά ο εαυτός σου. Έλα πριν φοβηθείς. Δώσε μου ένα βράδυ. Τιμώρησε τον άσκοπο χρόνο με φιλιά. Πρόσταξε πάνω μου τα θέλω σου και άσε με να τα συστήσω στα δικά μου. Μαστίγωσε τον φόβο σου να υποταχθεί μπροστά μου.  Σημάδεψε το κορμί μου με τα χάδια σου. Κάνε τους πόθους σου καρφιά πάνω στα χέρια μου. Ακινητοποίησε με. Γλύκανε λίγο το βάρος του κόσμου με την ελαφρότητα του παρόντος. Έλα πριν φύγεις πάλι. Δεν αντέχεται αυτή η αναμονή, αγάπη μου. Έγινε καραμέλα και έλιωσε στο στόμα. Κολλάει η γλώσσα μου από τα φιλιά που δεν σου δωσα. Έλα πριν φύγεις πάλι.

Κι ύστερα φύγε όσες φορές επιθυμείς.

~

Ταξίδι.

Θα άρχιζε το ταξίδι μια Κυριακή απόγευμα. Όταν οι άλλοι θα γύριζαν. Θα είχε μαζέψει πληροφορίες για τον προορισμό, θα κουβαλούσε χάρτες σημειωμένους με προσμονή, εφόδια να κάνουν συντροφιά στις άγρυπνες νύχτες, μυστικά που ποθούν να τα πάρει ο αέρας αφού εδώ δεν μπορούν να ακουστούν, ρούχα ανυπόμονα να τσαλακωθούν στη βαλίτσα, λέξεις που δεν πρόλαβε να πει φωναχτά, σιωπές για να τις σπέρνει στο δρόμο μήπως ξεχάσει, φρεσκοπλυμένες πετσέτες έτοιμες να λερωθούν με καινούργιες εμπειρίες και δυο μάτια παιδιού μήπως και αξιωθεί να αντικρύσει κάποιο θαύμα στο δρόμο. Θα άρχιζε το ταξίδι μια Κυριακή απόγευμα, ανοίγοντας διάπλατα μια πόρτα. Όταν ανοίγεις μια πόρτα ξέρεις ήδη πως υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από εδώ, είναι θέμα χρόνου να κάνεις το βήμα.

.

.

.