n o w h e r e

no/where or now/here?

Κατηγορία: text

Σουλτάνα

Κανονικά έπρεπε να με είχαν βαφτίσει Σουλτάνα. Η γιαγιά μου η Σουλτάνα γεννήθηκε το 1913 σε ένα χωριό, κάπου ανάμεσα στο Καραμάν και στο Ικόνιο της Τουρκίας. Η οικογένεια της έφυγε από την Τουρκία, λίγο πριν από την καταστροφή της Σμύρνης, εκείνη ήταν γύρω στα 8.
Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, αλλά ο πατέρας της, που δεν ήταν καθόλου συνηθισμένος να βλέπει θάλασσα τους πήρε και έφτιαξαν το σπίτι τους σε ένα χωριό του Κιλκίς, στα σύνορα με την τότε Γιουγκοσλαβία. Της γιαγιάς μου, της έφτιαξαν μια ταυτότητα που έγραφε πως την έλεγαν Βασιλική, το Σουλτάνα ακουγόταν υπερβολικά τούρκικο και δεν μπορούσε να το κρατήσει αν ήθελε να θεωρείτε Ελληνίδα, όμως εκείνη δεν απάντησε ποτέ σε άλλο όνομα εκτός από τούτο.
Χρόνια μετά, την πάντρεψαν με συνοικέσιο με τον Γιάννη, που είχε φτάσει στην περιοχή από την Τραπεζούντα του Πόντου, ήταν πλούσιος, πολύ μεγαλύτερος της και είχε ήδη δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Έκαναν μαζί άλλα πέντε παιδιά, αλλά στον εμφύλιο τον παππού τον πήρανε κι η γιαγιά η Σουλτάνα βρέθηκε μόνη να πρέπει να δουλέψει, να μεγαλώσει τα παιδιά και να τα βγάλει πέρα μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
Όταν πέρασε ο πόλεμος, ξεκίνησε να δουλεύει σε αργαλειούς για περσικά χαλιά και αργότερα, πήρε τα παιδιά της και ήρθε στην Αθήνα για να βρει μια καλύτερη ζωή. Συνέχισε να δουλεύει στα χαλιά, κι έβαλε την μια της κόρη, την έφηβη ακόμα Σοφία, την μητέρα μου, να δουλεύει σε κλωστήρια από πολύ νωρίς.
Θυμάμαι πάντα την γιαγιά τη Σουλτάνα στα μαύρα, να πλέκει τα λευκά προικιά για τα εγγόνια της. Εγώ τότε δεν έδινα καμία σημασία σε όλα αυτά και αδιαφορούσα, όπως κι αργότερα, όταν έβλεπα έκπληκτη με τι ευλάβεια τα φύλαγε η μητέρα μου, μετά το θάνατο της γιαγιάς, στα συρτάρια της για να μας τα παραδώσει όταν θα ερχόταν η ώρα.
Χρειάστηκε να μεταναστεύσω ως την άλλη άκρη της Ευρώπης, να παντρευτώ σε μια ξένη χώρα, για να αρχίσω να ψάχνω τις ρίζες μου και να βρω τι ήταν αυτό που με ένωνε με όλα αυτά. Γυρνώντας πίσω στο πατρικό μου σπίτι, χωρισμένη, βρήκα τα προικιά ακόμα φυλαγμένα με ευλάβεια και ένιωσα πως είχε έρθει η στιγμή να τα «χρησιμοποιήσω», κάνοντας έτσι την δική μου σύνδεση μου με το παρελθόν.

Σκέφτηκα τις ατέλειωτες ώρες κάθε βράδυ που η γιαγιά έπλεκε καθισμένη μόνη τα σεμεδάκια, κουρασμένη μετά τους αργαλειούς, για να συντροφεύουν στιγμές δικές μου και των άλλων εγγονιών της, που η ίδια πιθανόν δεν θα προλάβαινε ποτέ να δει, πως το βελονάκι μπορεί να ήταν η μόνη της εκτόνωση για χρόνια από την πίεση που ένιωθε μια γυναίκα μόνη που είχε να αντιμετωπίσει τόσες δυσκολίες, πως με κάθε βελονιά έβαζε και πάλι τα πράγματα στην θέση τους, και πως αυτές οι κλωστές είχαν εμποτιστεί με την ελπίδα της για ένα καλύτερο για εμάς αύριο. Σκέφτηκα τις ώρες που πέρασαν κλεισμένα στα σιωπηλά συρτάρια της μητέρας μου, για να μην τα φθείρει ο χρόνος, να περισώσουν κάτι από εκείνη την ιεροτελεστία της γιαγιάς και πως εκείνη πρόσθεσε και τα δικά της προικιά, κεντήματα κυρίως. Και πως μαζί με αυτά είχε φυλάξει το νοιάξιμο της, που η αυστηρή της ανατροφή δεν της επέτρεπε να το δείχνει συχνά παρά μόνο με τις ανατολίτικες γεύσεις της και τα μανταρίσματα στα ρούχα μας.

afigisi-tziveleki

Διάλεξα εφτά μικρά σεμεδάκια –εφτά όπως κι ο ιερός αριθμός των αρχαίων- και τα διαπέρασα με κόκκινη κλωστή -την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού αλλά κι αυτή που σε άλλες κουλτούρες δηλώνει τους ισχυρούς δεσμούς των ανθρώπων- και σχημάτισα στα ισπανικά –την καινούργια μου γλώσσα- την λέξη Μοναξιά [Soledad]. Θέλησα έτσι να ενώσω τρεις γενιές γυναικών που η κάθε μία έφυγε από τον τόπο της για να βρει ένα καλύτερο αύριο και που ίσως για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία να ένιωθε μοναξιά σε έναν κόσμο που δεν ξέρει τι να κάνει το παλιό κι ας είναι η μοναδική προίκα που έχει.

_____Προσωπική αφήγηση για το μάθημα «Πολιτισμός, Αφήγηση & Μνήμη» της κ. Αναστασιάδου, Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών______
[δημοσιευμένο και εδώ]

 

 

 

 

 

 

Σχήματα

Οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν σχέσεις. Φτιάχνουν σχήματα. Ευθείες γραμμές αντικριστές, παραλληλόγραμμα, ανάποδες πυραμίδες, κυλινδρικές μουτζούρες, ερωτηματικά. Διαλέγει ο καθένας ένα σημείο κι εκεί κρύβεται, εκεί ζει, εκεί φαντάζεται τον άλλον άνθρωπο μαζί του. Μα ο άλλος σπάνια είναι εκεί. Το κοντινότερο σημείο ισούται με το διπλάσιο της απόστασης που ο ίδιος επιτρέπει στον εαυτό του να διανύσει. Δεν θα συναντηθούν ποτέ, μα στην καλύτερη περίπτωση έχουν κάνει κι οι δυο κατάληψη ταυτόχρονα στο ίδιο σχήμα. Στις πιο προβληματικές καταστάσεις ο καθένας βλέπει το σχήμα ως κάτι διαφορετικό. Για καιρό κάποιος μπορεί να πιστεύει ακράδαντα ότι βρίσκεται σε έναν κύκλο κι ο άλλος να αντιλαμβάνεται το ίδιο σχήμα ως τρίγωνο. Οι αντιπαραθέσεις δεν έχουν φυσικά κανένα νόημα. Συνήθως γίνεται σαφές τι πιστεύει ο άλλος αφότου επιλέξει να αποχωρίσει. Τότε δηλώνει εκκωφαντικά πώς έβλεπε το σχήμα που αφήνει πίσω του. Τότε προκαλούνται κι οι μεγαλύτερες παρεξηγήσεις. Μα είναι πια αργά για συνδιαλλαγές. Πώς να μιλήσεις για καμπύλες σε κάποιον που ούτε καν παραδέχεται πως τις αναγνωρίζει;

Οι άνθρωποι δεν φτιάχνουν σχέσεις. Παρά μόνο αν αποφασίσουν συνειδητά να καταστρέψουν το σχήμα που τους αφορά από κοινού. Είναι η συνεργασία τους αυτή, η αποδοχή του διαφορετικού βλέμματος του άλλου που τους κάνει να σχετίζονται. Μόνο που τότε δεν έχει σημασία πια το σχήμα, ούτε η καταστροφή του. Αλλά η συνύπαρξη δυο ανθρώπων που έχουν ταυτόχρονα την διάθεση να διανύσουν την απόσταση που τους χωρίζει.

~

Α/μνησία

«Όσοι περνούν την χώρα της απόγνωσης, παθαίνουν αμνησία»
Γιάννης Αγγελάκας

 

Όλα έρεαν ομαλά στην Χώρα της Απόγνωσης. Όσοι είχαν δουλειά δέχονταν κάθε είδους πίεση φοβούμενοι μην κατηγορηθούν πως φταίνε οι ίδιοι για κάτι και την χάσουν. Λες και ήταν δική τους προσωπική ευθύνη ο στρατός των αντικαταστατών τους που παραφύλαγε απ’ έξω. Οι αντικαταστάτες πάλι έβλεπαν την πιθανότητα εργασίας σαν σωτήριο χέρι που θα τους τράβαγε μακριά από τον εαυτό τους. Να γίνουν σαν τους άλλους, να μην φταίνε αυτοί για την κατάσταση, να γλυτώσουν από της κατάθλιψης το εναγκάλισμα, να αποκτήσουν κυριότητα. Το «παιδί» όσο χρονών και να ήταν, κοιμόταν ακόμα με την αυταπάτη πως ο γονιός θα είναι πάντα εκεί. Χωρίς την σκέψη αυτή τα όνειρα βάφονταν ένα εφιαλτικό παχύ γκρι και έσταζαν πάνω του μπογιά που ξέπλενε κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη. Ύστερα έπινε μια τζούρα από τον καφέ του και φόραγε την στολή του ενήλικου ξανά. Αυτή που δεν του έκανε, που κακοραμμένη τον στένευε στις άκρες, αυτή που δεν του άρεσε γιατί δεν είχε ακόμα σκεφτεί ότι μπορούσε να την ξαναφτιάξει στα μέτρα του αν ήθελε. Ποιος είναι τώρα για αλλαγές. Μείνε στο σχέδιο.

Κι η μάνα. Υπήρχε πάντα η μάνα. Η Μάνα που όσο λιγόστευαν τα χρήματα τόσο γέμιζε το σπίτι φαγητά. Η μάνα-θαυματοποιός. Κι άλλα γλυκά, κι άλλες πίτες, κι άλλα μαγειρευτά. Όλα να περισσεύουν, για να μην σκεφτεί κανείς –ούτε η ίδια ακόμα- πως τα πράγματα δυσκόλεψαν, να μη νιώσει κανείς πως τα λεφτά που λείπουν απειλούν, να μην υποκύψει στην μιζέρια. Όσο μεγάλωνε η αβεβαιότητα, τόσο η μάνα μαγείρευε. Όχι για να υπάρχει φαγητό. Αλλά για να υπάρχει αξιοπρέπεια. Για να υπάρχει ελπίδα. Γιατί η μάνα ήξερε πως μονάχα αυτός που δίνει είναι πλούσιος. Κι όσο έχεις να δώσει δεν θα νιώσεις φτωχός ποτέ.

Η μάνα κράταγε ακόμα έγχρωμη την Χώρα της Απόγνωσης. Κι ένα δυο βλέμματα ζεστασιάς και συνενοχής από αγνώστους στο δρόμο. Για τους πιο τυχερούς μια ολάνθιστη αγκαλιά. Οι περισσότεροι όμως –σε αμνησία πια- δεν ήξεραν πώς να φωτίσουν τις μέρες που είχαν γίνει πιο σκοτεινές κι απ’ τις νύχτες τους.

Δεν ήξεραν πως μόνο αν αρχίσουν να θυμούνται θα άρχιζαν να βλέπουν ξανά.

 

 

 

 

 

 

 

 

_

 

 

 

[ . ]

Το να ζει κανείς είναι να αιωρείται ολομόναχος στο σύμπαν, χωρίς να γνωρίζει που βρίσκεται η πιο κοντινή κατοικημένη περιοχή.

Το να ζει κανείς είναι να επιπλέει στην επιφάνεια της θάλασσας, χωρίς να φαντάζεται το απύθμενο βάθος που υπάρχει από κάτω.

Το να ζει κανείς είναι να ερωτοτροπεί με το φως  των αστεριών που έρχεται από μακριά, χωρίς να σκέφτεται πως τα αστέρια που βλέπει δεν υπάρχουν ταυτόχρονα με εκείνον.

Το να ζει κανείς είναι να πέφτει με αλεξίπτωτο, χωρίς ποτέ να του έχουν δείξει πως ανοίγει ένα αλεξίπτωτο.

Το να ζει κανείς είναι να πεθαίνει κάθε μέρα διψώντας να τον κρατήσει ένα χέρι οικείο έστω και λίγο πριν επιστρέψει για πάντα στο άπειρο.

 

 

 

Το να ζει κανείς είναι να βρίσκει τρόπους να αλαφραίνει το βάρος της ύπαρξης παρά τον πολλαπλασιασμό των αναγκών του σώματος και την διαίρεση της ψυχής.

 

 

 

 

 

 

Πάει ο παλιός ο χρόνος…

Ήταν όλα έτοιμα για την αντίστροφη μέτρηση. Ο τοπικός άρχοντας έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον ηχολήπτη, εκείνος του έδωσε ήχο στο μικρόφωνο και ξεκίνησε για ακόμη μία χρονιά την προετοιμασία για να αποχαιρετήσει δημόσια τον παλιό χρόνο. Τον κόσμο από κάτω μέσα στο κρύο έμοιαζε να τον στενεύει η χαρά που είχε φορέσει μαζί με τα γιορτινά του, αλλά το αλκοόλ έρεε και κατάφερνε να φωτίζει τον δρόμο με χαμόγελα. Ο δήμαρχος ξεκίνησε να μετράει ανάποδα σε ζωντανή μετάδοση από το πρώτο τηλεοπτικό σταθμό της χώρας, όπου γερασμένοι τηλεθεατές –νέοι και ηλικιωμένοι- παρακολουθούσαν στις οθόνες τους ένα τέλος που θα έφερνε  μια καινούργια αρχή. Στα τελευταία δευτερόλεπτα το πλήθος συνόδευε με όλη τη δύναμη της φωνής του σαν να ήθελε να ξορκίσει το κακό –πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα.

Και ξαφνικά σιωπή. Παγωμένη ατμόσφαιρα. Σκοτεινιά. Ο καινούργιος χρόνος δεν ήρθε. Δεν άναψαν και πάλι τα φώτα, δεν ακούστηκαν οι ευχές για καλή χρονιά, σιώπησαν τα μικρόφωνα και οι μουσικές, δεν γέμισε ο ουρανός πυροτεχνήματα!

Ο καινούργιος χρόνος δεν ήρθε.

Τι θα κάνουμε τώρα εμείς, προσπαθώντας να εφεύρουμε έναν χρόνο καινούργιο από μόνοι μας;

 

 

 

 

 

 

.

Η πόλη/Μια γυναίκα μόνη.

Τις νύχτες η πόλη είναι χωρισμένη σε δυο κομμάτια, το σκοτάδι και το φως. Όσοι ξενυχτάνε περιφέρονται σε ένα φωτεινό διαστημόπλοιο που επιπλέει λίγο πάνω από την επιφάνεια. Όσοι κοιμούνται σιωπούν. Αλλά υπάρχουν κι αυτοί που προσποιούνται πως κοιμούνται. Που σβήνουν το φως για να κρυφτούν. Ενώ στο κεφάλι τους η πόλη ακόμα φλυαρεί.

Τις νύχτες μια γυναίκα κοιμάται μόνη, χωρισμένη σε δυο μέρη, την απόγνωση και την ελπίδα. Ξεζουμίζει το υγρό της νοσταλγίας και βρέχει το μέτωπο της για να δροσιστεί. Δαγκώνει ένα κομμάτι μοναξιά μπας και ξεγελάσει την πείνα της. Καμιά φορά, την παίρνει ο ύπνος έγκαιρα. Πριν έρθει ο φόβος. Αυτό το λέει ξεκούραση. Κι ας φέγγει αναμμένο ένα φωτάκι σκοτεινό στο δωμάτιο. Παρέα για τα φαντάσματα που δεν πρόφτασαν να βρούνε την έξοδο.

Τις νύχτες το φως της πόλης αγρυπνά δίπλα στην ελπίδα μιας γυναίκας μόνης. Το σκοτάδι βάζει για ύπνο την απόγνωση της. Η σιωπή την νανουρίζει. Εκείνη δεν μπορεί να αποφασίσει ακόμα, ποιο απ’ τα δυο κομμάτια να εμπιστευτεί. Σε ποιο να παραδώσει την ξεκούραση της.

 

 

 

 

 

 

Φθινόπωρο

Θα πλέξω μια ζακέτα για το κρύο που έρχεται.
Θα την κάνω σφιχτή και ζεστή.
Σαν αγκαλιά.

Θα με κοιμίζει κάθε βράδυ.
Θα γαντζώνεται σε βιαστικές καλημέρες το πρωί.
Θα έχει κουμπιά φτιαγμένα από κλειδαριές
Μονάχα για όποιον βρει το κλειδί
Θα τη βγάλω.

Το φθινόπωρο αυτό δεν θα είναι σαν τα άλλα, το υπόσχομαι.
Θα είναι ένας χειμώνας σαν παγόβουνο που αποκολλήθηκε.
Σαν αναπτήρας που καθώς φυσάει θα καίει τα δάχτυλα.
Σαν δυνατή βροχή που καταλήγει στην θάλασσα.

Μα εγώ θα έχω τουλάχιστον την ζακέτα μου.
Σαν αγκαλιά.

Μέχρι κάποιος να έρθει με το κλειδί.
Και να μην την χρειάζομαι πια.

.

.

.

[Οι λέξεις αυτές συνάντησαν την μουσική του Τάσου Λώλη και δημιούργησαν ένα κομμάτι που ακούγεται εδώ]