n o w h e r e

no/where or now/here?

Σπίρτα

Μετράει σπίρτα
Δεν φτάνουν
Μετράει γρατζουνιές
Περισσεύουν

Όποιος ανάβει φωτιές το κάνει για να μη νιώθει μόνος
Χωρίς μια υποψία πόθου ολοκληρωτικής καταστροφής
Ο άνθρωπος είναι ένα ακόμα κατοικίδιο
Εξημερωμένος, άρα όχι μόνος
Στην εξημέρωση υπάρχει πάντα ο άλλος
ο γητευτής
αυτός που κρατάει το σκοινί ή το μαστίγιο
κι είναι καμιά φορά το ίδιο μόνος χωρίς αυτόν που εξημερώνει

Τα σπίρτα όμως θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν σοφά

Μετράει χρόνια
Κοντεύουν
Μετράει πληγές
Περισσεύουν

Κοιτάζει τα σπίρτα

Αναμένουν

.

.

Advertisements

Μετρώντας σιωπές

Μετράω σιωπές, κοίταξε με
Σιωπή δεν είναι εκεί που δεν μιλάς
Σιωπή είναι εκεί που λείπεις
Η απουσία είναι σιωπή
Η έλλειψη
Σιωπή είναι ένα σχήμα που άδειασε
Οι λέξεις έχουν και ήχους και σιωπές
Να τώρα μετράω τις σιωπές σου μία μία
σαν λέξεις που δεν λες κι όμως ακούγεται το θρόισμα τους
Άλλοτε την φοβόμουν τη σιωπή
μου μύριζε θάνατο
Μα αν κοιτάξεις ώρα πολλή μέσα της σε ρουφάει
κι ακούς πια όλους τους ήχους
Γίνεσαι κι εσύ σιωπή που οι άλλοι δεν ακούν
Γίνεσαι άδειο σχήμα που οι άλλοι δεν βλέπουν
το προσπερνάνε

Μονάχα αυτός που θέλει αληθινά θα εισέλθει στη σιωπή
και θα κουρνιάσει περιμένοντας
όχι να του μιλήσεις
μα το άγγιγμα
που είναι της σιωπής ο ιδανικός σύντροφος
κι ο πιο αγαπημένος εραστής της

.

Τα χέρια που λείπουν

Γραμμές που τέμνονται
Εικόνες που δεν εμφανίζονται ακόμα
Η ζωή σε σκοτεινό θάλαμο
Κλειδωμένα συρτάρια
Με ξεχασμένο κάπου το κλειδί

Είναι τα χέρια σου που λείπουν, όχι εσύ
Τα χέρια μόνο μπορούν να συντρίψουν την λήθη
Μόνο τα χέρια μπορούν να στύψουν τα κατακρατημένα υγρά του παρελθόντος
Να πλύνουν τις πληγές που γέμισαν με το πύον της ανημποριάς

Ό,τι δεν κινείται ουρλιάζει
Αυτές είναι οι φωνές που ακούγονται μέσ’ στο κεφάλι σου
Στις τρεις το βράδυ όταν δεν μπορείς να κοιμηθείς
Ή όταν ξυπνάς από τον ύπνο – ακόμα χειρότερα – χωρίς να ξέρεις τι έφταιξε
Είναι φωνές σαν γρατσουνιές
[Συνέχισε να κάνεις πως δεν τις ακούς]
Που μόνο τα χέρια που λείπουν θα τις κάνουν να σωπάσουν

.

Εποχές

Ήταν Χειμώνας.
Φυσούσε. Βρόνταγε.
Είχε την λάμψη της αστραπής στο βλέμμα του.
Ένα βουητό αντηχούσε στο μουρμούρισμα του.
Έτρεμαν και οι πιο στέρεοι κορμοί στα δάση όταν θύμωνε.
Τον ήθελε γι’ αυτό ακριβώς.
Επειδή ήταν Χειμώνας.

Υπάρχουν άντρες Καλοκαίρια.
Άντρες Φθινόπωρο.
Κάποιοι λίγοι που μοιάζουν με Άνοιξη.
Μα αυτός ήταν Άντρας Χειμώνας.
Κι αυτό της άρεσε.

 

Ψηλάφηση

Θα ντυνόταν το φως
μα δεν ήξερε να κεντήσει τις ραφές
στο ύψος της κοιλιάς
στο πλάτος της μέσης.
Κάποιες φορές δεν σε χωράνε οι διαστάσεις σου
ή εσύ δεν τις χωράς.

Θα περπατούσε στη θάλασσα
μα δεν γνώριζε που βγάζουν οι ακτές
στην πλευρά του βουνού
ή στα βάθη του θησαυρού.
Κάποιες φορές δεν μετράς τις αποστάσεις σου
ή δεν σε μετράνε.

Κάτι ακόμα δεν είχε τελειώσει.
Σαν να μην ξεκίνησε ποτέ.
Στο ύψος της κοιλιάς
Στην πλευρά του βουνού
Στα βάθη της μέσης
Στο πλάτος του θησαυρού
Κάποιες φορές δεν κοιτάς τον καθρέφτη σου
ή δεν σε κοιτά.

.

.

_

κλωστές

Οι σεισμοί είναι

 
κόκκινες κλωστές

που σπάνε

 

 

 

όταν δύο άνθρωποι δεν υπάρχουν πια ο ένας για τον άλλον.

.

.

_

Ετοιμασίες

Τακτοποιεί όλο το απόγευμα
Κλείνει τα δάκρυα σε μικρά δοχεία μπαχαρικών
τα βάζει πίσω στο ντουλάπι
Μαζεύει τα κομμάτια πόνου που περίσσεψαν
-μικρά, φαγωμένα υπολείμματα πόνου
τα τυλίγει προσεχτικά σε αλουμινόχαρτο
κάποια άλλη μέρα σίγουρα θα της χρειαστούν-
τα βάζει στο ψυγείο
πίσω από την κρέμα εγωπάθειας που άλειφε τις πληγές
για να μην κλείσουν
Σκουπίζει στον πάγκο τα σπασμένα γυαλιά
με τα χέρια γυμνά
Είναι σχεδόν έτοιμη
Να πάει μακριά
Να μην φύγει καθόλου αυτή τη φορά

Για πουθενά

.

.

.